Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Η «διάσωση» της Ελλάδας και τα οικονομικά της κοινωνικής καταστροφής

Έργο του Ερνστ Κίρχνερ
 του Χ. Ι. Πολυχρονίου      Η ελληνική οικονομία συρρικνώνεται δραματικά τα τελευταία πέντε χρόνια, κυρίως λόγω της μείωσης της εγχώριας ζήτησης, η οποία ξεκίνησε πριν από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους στα τέλη του 2009. Από την έναρξη της κρίσης μέχρι και το τέλος του τρέχοντος έτους, η απώλεια του ελληνικού ΑΕΠ θα είναι περίπου της τάξης του 20%.
Το ποσοστό συρρίκνωσης του ελληνικού ΑΕΠ είναι από μόνο του αρκετό για να καταδείξει ότι η σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας είναι καταστροφική. Η οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση και οι κοινωνικές συνέπειες είναι ευρέως αισθητές. Ο κύριος λόγος γι’ αυτή τη φρικτή κατάσταση είναι ότι η χώρα βρίσκεται τα τελευταία δυόμισi χρόνια κάτω από ένα σκληρό καθεστώς λιτότητας που έχουν επιβάλει η Ε.Ε. και το ΔΝΤ. Τα σχέδια διάσωσης της χώρας αποδείχτηκαν κατάρα....
Η χώρα βρίσκεται πραγματικά κάτω από οικονομική κατοχή, βυθίζεται όλο και βαθύτερα στην άβυσσο και δεν διαφαίνονται προοπτικές ανάκαμψης στο άμεσο μέλλον.
Γι’ αυτούς που ακόμα αναρωτιούνται τι πήγε στραβά με τα σχέδια διάσωσης της Ελλάδας, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πρώτον, το σχέδιο διάσωσης που ενεργοποιήθηκε στις αρχές Μαΐου του 2010 δεν αποτελούσε πράξη αλληλεγγύης από την πλευρά της Ε.Ε. Αυτό που διακυβευόταν ήταν η βιωσιμότητα μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες ήταν υπερβολικά εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος, και η σταθερότητα του ευρώ. Επιπλέον, οι ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας ήταν προσηλωμένοι στην ιδέα ενεργοποίησης ενός σχεδίου «διάσωσης», που αφενός θα τιμωρούσε τους «σπάταλους» Έλληνες και αφετέρου θα έστελνε σαφές μήνυμα προς τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης (κυρίως προς τα δημοσιονομικά λαίμαργα «PIIGS») για την τύχη που θα τα περίμενε σε περίπτωση που δεν λάμβαναν τα απαραίτητα μέτρα για να βάλουν σε τάξη την οικονομία και τη δημοσιονομική τους κατάσταση. Ακόμα κι έτσι, όμως, οι αξιωματούχοι της Ε.Ε. εμφανίζονταν πεπεισμένοι ότι το σχέδιο διάσωσης θα βοηθούσε την Ελλάδα να βελτιώσει την οικονομική και δημοσιονομική της κατάσταση σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ θεωρούσαν ρεαλιστικό το ενδεχόμενο της επιστροφής της χώρας στις διεθνείς πιστωτικές αγορές αρχές έως τις αρχές του 2012.
Δεύτερον, τα μέτρα που θα εφαρμόζονταν για την υλοποίηση της εξυγίανσης και της σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τα τυποποιημένα και πλήρως αποτυχημένα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής που έχει εφαρμόσει το ΔΝΤ τα τελευταία 35 χρόνια σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και του πρώην ανατολικού κομμουνιστικού μπλοκ — δηλαδή, βαθιές περικοπές στον κρατικό προϋπολογισμό, συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, εξάλειψη των κοινωνικών προγραμμάτων και των επιδομάτων, απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, αύξηση φόρων, οπισθοδρομική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, μαζικές και γενικευμένες ιδιωτικοποιήσεις, κ.ο.κ. Η υποτίμηση του νομίσματος ήταν αδύνατη στην περίπτωση της Ελλάδας, καθώς το ευρώ χρησιμοποιείται σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, οπότε η εσωτερική υποτίμηση θεωρήθηκε ως φυσικό υποκατάστατο. Σύμφωνα με τις προσδοκίες του ΔΝΤ, η εφαρμογή του προγράμματος διαρθρωτικής προσαρμογής θα επέτρεπε στην οικονομία να ανακτήσει σύντομα μέρος της χαμένης ανταγωνιστικότητάς της λόγω του υψηλού κόστους εργασίας, ενώ το χρέος θα άρχιζε να μειώνεται από το 2013.
Στο Μνημόνιο που υπεγράφη ανάμεσα στην Ελλάδα και τους πιστωτές της, η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις με ταχύτητα αστραπής. Αυτή η προσέγγιση της αντιμετώπισης των οικονομικών δεινών μιας χώρας είναι χαρακτηριστικό της σκέψης του ΔΝΤ, το οποίο ανέκαθεν έβλεπε την εθνική οικονομία σαν ένα πλοίο που μπορεί να αλλάξει πορεία πλεύσης ανά πάσα στιγμή, κατόπιν εντολής του καπετάνιου του. Όσο για την εθνική κουλτούρα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην μπορεί να αποσυναρμολογηθεί όπως μια μηχανή ενός αυτοκινήτου και να αντικατασταθεί από μια καινούργια σε χρόνο μηδέν.
Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς περί δήθεν αλλαγής στη φιλοσοφία του οργανισμού, η νοοτροπία του ΔΝΤ είναι ακόμα προσκολλημένη στην εποχή του καθεστώτος του Πινοσέτ στη Χιλή, όταν τα όπλα και οι βασανισμοί χρησιμοποιήθηκαν ευρέως ως μέσα για την επιβολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της ουτοπίας της «ελεύθερης αγοράς» σε ένα κατά τα άλλα απροσάρμοστο έθνος. Ίσως ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η προσέγγιση του ΔΝΤ έχει όντως αποτύχει παντού όπου έχει δοκιμαστεί. H εξέλιξη του νεοφιλελεύθερου πειράματος έχει δημιουργήσει κοινωνικές δυστοπίες που οδηγούν σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, στην ανατροπή της κοινωνικής προόδου ​​και στην αύξηση των ανισοτήτων.
Συνεπώς, όπως ήταν αναμενόμενο, το σχέδιο διάσωσης του 2010 κατέληξε σε φιάσκο της Ε.Ε. και του ΔΝΤ και σε τραγωδία για την Ελλάδα. Το έλλειμμα συρρικνώθηκε, αλλά το ίδιο συνέβη με την απασχόληση, τα φορολογικά έσοδα, τις επενδύσεις, την καταναλωτική ζήτηση, τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σημαντικά, καθώς επίσης και όλοι οι δείκτες οικονομικής εξαθλίωσης και κοινωνικής δυσφορίας.
Το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, βασισμένο στη λιτότητα, άρχισε να εμφανίζει τα καταστροφικά αποτελέσματά του μέσα σε λίγους μήνες από τη στιγμή που τέθηκε σε εφαρμογή. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έβαζαν λουκέτο σε επίπεδα-ρεκόρ και η ανεργία ξεκίνησε την ανοδική της πορεία. Τον Μάιο του 2010, το ποσοστό ανεργίας ανερχόταν στο 12%. Τον Μάιο του 2011 είχε σκαρφαλώσει το 16,6%. Σήμερα, δυόμισι χρόνια μετά, η επίσημη ανεργία ανέρχεται στο 23,4%. Τα μέτρα λιτότητας είχαν επίσης σημαντική αρνητική επίδραση στα φορολογικά έσοδα. Το 2011, και με την εφαρμογή ληστρικών φορολογικών μέτρων σε κάθε οικονομική δραστηριότητα, τα φορολογικά έσοδα ήταν λιγότερα ακόμη και από αυτά του 2009.
Η αποτυχία του σχεδίου «διάσωσης» ερμηνεύθηκε από την πρώτη στιγμή ως αποτυχία των ελληνικών αρχών να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής που είχαν επιβάλλει οι πιστωτές της χώρας. Αυτό φυσικά αποτελεί μια αισχρή μορφή προπαγάνδας, χωρίς να απαλλάσσει στο ελάχιστο από τις τραγικές εθνικές ευθύνες τους τις ελληνικές κυβερνήσεις. Όπως σημειώνεται και στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2010 και 2011 για το δημοσιονομικό πρόγραμμα προσαρμογής στην Ελλάδα, οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολούθησαν κατά γράμμα τις εντολές της «τρόικας». Πολλά δισεκατομμύρια κόπηκαν από τις πρωτογενείς δαπάνες, σημειώθηκαν σημαντικές περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, μειώσεις της τάξης του 50% στα λειτουργικά έξοδα των νοσοκομείων της χώρας, ενώ πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ περικόπηκαν από τον προϋπολογισμό για την παιδεία. Όμως, καθώς η ύφεση γινόταν όλο και πιο βαθιά, τα φορολογικά έσοδα απέκλιναν πολύ από τον στόχο, και οι πιέσεις για περισσότερα μέτρα λιτότητας όλο και αυξάνονταν. Αυτή είναι μια τακτική της «τρόικας» που εφαρμόζεται από την αρχή του πρώτου σχεδίου διάσωσης και συνεχίζει έως και σήμερα, με την υλοποίηση του δευτέρου σχεδίου, που εγκρίθηκε δύο χρόνια μετά την παταγώδη αποτυχία του πρώτου σχεδίου.
Το δεύτερο σχέδιο «διάσωσης» απαιτεί ακόμα περισσότερη λιτότητα και το πλήρες ξεπούλημα των κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Όλα αυτά δεν είναι παρά ένα καλά σκηνοθετημένο έργο για τη μεταβίβαση του δημοσίου πλούτου στα χέρια του ιδιωτικού τομέα, και κυρίως της τάξης των ραντιέρηδων, που σήμερα αποτελούν μια οργανική μορφή συμβίωσης μεταξύ του τραπεζικού/χρηματοοικονομικού και κτηματομεσιτικού τομέα και μερικών άλλων μονοπωλιακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων για την άντληση της προσόδου. Στο ενδιάμεσο, η χώρα βρίσκεται πραγματικά σε μια διαδικασία ολικής επαναφοράς των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεκαετίας του 1960, με την μετατροπή της σε μια τριτοκοσμική κοινωνία, ενώ τα ελληνικά καθεστωτικά πολιτικά κόμματα συνεχίζουν ακόμα να αναλώνονται σε χυδαίες προπαγανδιστικές φανφάρες για την «ασπίδα» που προσφέρει το ευρώ και για τις «θυσίες του ελληνικού που δείχνουν να πιάνουν τόπο»!). Αυτή είναι πράγματι μια ελληνική τραγωδία.
Ο Χ. Ι. Πολυχρονίου είναι ResearchAssociateκαι PolicyFellowστο LevyEconomicsInstituteτου BardCollegeστη Νέα Υόρκη. Το παρόν άρθρο αποτελεί σύνοψη μιας μελέτης που δημοσιεύθηκε προσφάτως ως «Σημείωμα Πολιτικής» για το LevyEconomicsInstitute.              ΕΝΘΕΜΑΤΑ  

Δεν υπάρχουν σχόλια: