Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Κάστρα στην άμμο

Σαν παιδάκι ο χρόνος
Πανος Μουχτερος    Αδελφούλα, έλα να παίξουμε, μην αργείς. Να μείνουμε εδώ, κοντά στο κύμα, με τα ποδαράκια μας να βρέχονται συνέχεια. Πολύ μου αρέσει όταν καθόμαστε μαζί και φτιάχνουμε με προσοχή τα όμορφά μας κάστρα. Να, δες, θα κάνει ο καθένας μας και από μια σημαντική δουλειά. Εγώ θα κουβαλάω σιγά-σιγά την άμμο στα κουβαδάκια μέσα κι εσύ θα φέρνεις νεράκι για να κάνουμε λάσπη και να γίνει το παλάτι μας γερό...
Σήμερα θα σου δείξω μερικά νέα κολπάκια που έμαθα και που θα κάνουν το παιχνίδι μας ακόμα πιο ωραίο. Θα βάλουμε μικρά ανεμιστηράκια πάνω στα φρούρια που θα χτίσουμε και κορδέλες με χρώματα πολλά και πλαστικές πορτούλες για να φαίνεται το κάστρο μας όμορφο και να μοιάζει με το καλύτερο που υπάρχει στη γη. Αν θέλεις, φέρε και τις κούκλες σου να τις βάλουμε να μένουν μέσα κι αυτές, ναι, μπορούμε να πούμε ότι είναι βασίλισσες που περιμένουν τους αγαπημένους τους πρίγκιπες, όσο εκείνοι λείπουν σε μάχες, με τα ωραία άλογά τους. Έφερα και μερικά από τα μικρά μου στρατιωτάκια για να φαίνονται ότι είναι οι φρουροί που θα σημαδεύουν όποιον έρθει από μακριά και θέλει να πειράξει τις όμορφές μας κούκλες. Είδες; Είναι τέλεια, σου λέω. Και θα παίξουμε για πολλή ώρα, μακάρι να μη νυχτώσει σήμερα καθόλου, να φτιάξουμε κι άλλα, πολλά, μεγαλύτερα κάστρα μέχρι την άλλη μέρα. Κι αν κουραστείς, θα μείνω ξύπνιος εγώ, να σε προσέχω και να διώχνω τη θάλασσα πέρα, ναι, κοιμήσου εσύ, θα είναι ο εδώ ο καλός σου, ο μεγάλος αδελφούλης. Κι ας ξεχαστούμε λιγάκι. Δεν είναι αμαρτία να ξεχνιέσαι.
Έτσι δεν μας έχουν πει και στο σχολείο; Ότι δεν πειράζει άμα καμιά φορά κάνεις και κανένα λαθάκι και ότι μαθαίνεις από τα λάθη σου και γίνεσαι άνθρωπος καλύτερος, πιο σωστός; Α, τώρα που είπα σχολείο, τι μου ήρθε! Θυμάσαι, πέρυσι, εκείνη την ημέρα, λίγο πριν πάμε για διακοπές το καλοκαίρι, όταν μπήκαν εκείνοι οι κύριοι με τα μεγάλα μικρόφωνα και με τις μαύρες κάμερες μέσα στην τάξη και μας είπαν ότι θα παίξουμε στην τηλεόραση και μας έδωσαν ρόλους και λόγια να πούμε; Ναι, τότε, που μας είπαν ότι θα γίνει κάποια μικρή ταινία, σαν διαφήμιση, που θα τη δείξουν πολλές φορές όλα τα κανάλια και ότι έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας σαν να είμαστε οι καλύτεροι ηθοποιοί. Τότε που θέλανε να σκεφτούμε πράγματα άσχημα, λυπητερά, όπως όταν κάνουμε λίγο πριν βάλουμε τα κλάματα, δεν ξέρω γιατί μας το ζήτησαν αυτό, ήταν δύσκολο να κάνουμε σκέψεις κακές, αλλά έπρεπε, μας είπαν, γιατί η τηλεόραση θα μας έδειχνε να μη χαμογελάμε καθόλου και να βγαίνουν δάκρυα από τα μάτια μας στ’ αλήθεια! Το ίδιο θα έκανε και ο καλός μας ο κύριος που θα μας μιλούσε σαν να είναι στενοχωρημένος και θα μας κοιτούσε στα μάτια σαν να είχε συμβεί κάποιο μεγάλο κακό και εμείς θα τον ρωτούσαμε συνέχεια “γιατί, κύριε;”, “και η Ελλάδα, κύριε;” “δεν είναι, κύριε; δεν είναι;”. Και εγώ ξεχνιόμουν συνέχεια, ρε γαμώτο, μου ‘ρχόταν να γελάσω, δεν ήθελα να κλαίω, ούτε στα ψέμματα, δεν ήθελα να βλέπω τον κύριό μας έτσι, να μη μας μιλάει. Τότε κατάλαβα ότι να ξεχνάς καμιά φορά δεν είναι και τόσο λάθος.
Βέβαια, τελικά βρήκα το κόλπο για να κλάψω αληθινά και όχι στα ψέμματα. Έκανα αυτό που με έχει πιάσει τον τελευταίο καιρό και δεν μπορώ να το σταματήσω με τίποτα. Ναι, εκείνο που σου έχω πει ότι παθαίνω με το που σκεφτώ τους μεγάλους τη στιγμή που πεθαίνουνε. Δεν ξέρω τι έγινε μέσα μου από την ώρα που μπήκε αυτή η ιδέα για πρώτη φορά πριν καιρό στο μυαλό μου, τότε που κατάλαβα ότι δεν ζούμε για πάντα και ότι η ζωή τελειώνει και κάποια στιγμή θα χωριστούμε και δεν θα παίζουμε μαζί όπως σήμερα εδώ. Και, ένα περίεργο πράγμα, όλα αυτά τα σκεφτόμουνα και προσπαθούσα να κάνω ότι δεν τα σκέφτηκα και προσπάθησα καλύτερα να θυμηθώ εσένα, να μετρήσω πάλι από την αρχή τα όμορφα κουβαδάκια και όλα τα άλλα παιχνίδια μας αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή που κατάλαβα το θάνατο, άκουσα από το δωμάτιο μέσα να παίζει εκείνο το τραγούδι το μελαγχολικό που κάθε φορά που το ακούω κλαίω χωρίς να μπορώ να σταματήσω, τόσο πολύ που κρύβομαι κάτω από το πάπλωμα και αρπάζω την πετσέτα για να σκουπίσω τα μάγουλά μου αλλά δεν γίνεται τίποτα και ντρέπομαι και δεν βγαίνω έξω να παίξω με τα άλλα παιδιά γιατί τα μάτια μου είναι κατακόκκινα και με ρωτάνε τι έπαθα και με πειράζουν και με λένε κλαψιάρη και ότι κάποια αταξία μάλλον έκανα και τις έφαγα. Αυτό λοιπόν έκανα και τότε όταν μας είπαν ότι πρέπει να κλάψουμε αληθινά. Όμως έκλαψα πολύ, πάρα πολύ, έκλαιγα συνέχεια, πολλή ώρα, μέχρι που μου είπαν να σταματήσω λίγο και να ξεχαστώ πάλι για να ηρεμήσω. Αμάν!
Μετά, θυμάσαι που μαζευτήκαμε όλοι μαζί, με τον μπαμπά και τη μαμά, τους θείους και τις θείες, τα ξαδελφάκια μας τα γλυκά, για να δούμε τη διαφήμιση όταν θα την έδειχνε η τηλεόραση για πρώτη φορά; Είχαμε χαρεί πάρα πολύ γιατί θα βλέπαμε τις φάτσες μας μέσα στην οθόνη και θα είχε πολλή πλάκα και θα γελούσαμε αλλά μας είπαν οι μεγάλοι να μη γελάμε καθόλου πάλι και να μείνουμε ήσυχοι και σοβαροί γιατί η διαφήμιση αυτή δεν ήταν για γέλια και ότι μίλαγε για κάποιο θέμα πολύ σοβαρό και ότι έγινε για να μην πεθάνει η χώρα μας, κάτι τέτοιο, να μην τελειώσει η Ελλάδα, γιατί είχε πολλά προβλήματα και ότι έπρεπε να προσέξουν οι μεγάλοι πολύ για να μην κάνουν κάποιο λάθος και χαθούμε όλοι, δεν θυμάμαι ακριβώς τι, κάτι τέτοιο πάντως. Ότι πολλά παιδάκια δεν έχουνε φαγητό να φάνε και ότι ακόμα και εμείς στο σπίτι μας δεν ζούμε όπως παλιά και ότι φοβόντουσαν οι μεγάλοι ότι δεν θα έχουν πια δουλειά. Και με το που τέλειωσε η διαφήμιση, ο μπαμπάς μάλωσε με τον θείο και ο ένας έλεγε τον άλλο φοβητσιάρη και φωνάζανε δυνατά με βρισιές και λέγανε για τα κόμματα και ότι έπρεπε να σκεφτούνε εμάς, τα μικρά παιδιά, ότι σε λίγο δεν θα είχαν να μας δώσουν για χαρτζιλίκι για να έχουμε μαζί μας στο σχολείο όταν πεινάμε και έπρεπε να φάμε κάτι. Και από τις πολλές φωνές τρομάξαμε και βάλαμε τα κλάματα πάλι και κλαίγαμε τόσο δυνατά, όλο και πιο δυνατά, τόσο δυνατά για να ακουγόμαστε εμείς πιο πολύ από αυτούς. Και τότε μόνο σταμάτησαν γιατί κατάλαβαν ότι στ΄αλήθεια κλαίγαμε δυνατά.
Τι σου λέω τόση ώρα, ε; Έφερες το νεράκι που είπαμε; Μπράβο! Να δεις τώρα τι ωραίο που θα γίνει το κάστρο μας, όπως σου υποσχέθηκα. Θα είναι τόσο όμορφο, σαν να το έχουμε βγάλει από ένα όνειρο. Από ένα υπέροχο όνειρο. Όπως αυτό που βλέπω συνέχεια αυτές τις ημέρες. Βλέπω το σπίτι μας, μεγάλο, σαν ένα κάστρο και εμείς μέσα να τρέχουμε και να παίζουμε. Γύρω γύρω έχει φυτά και λουλούδια και χρώματα και από πάνω έναν μεγάλο ήλιο, φωτεινό. Και βλέπω τη μαμά σαν μια κουκλίτσα μικρή να μαγειρεύει και να περιμένει τον μπαμπά που έρχεται σαν πρίγκηπας από μακριά και όπως φτάνει την πιάνει αγκαλιά και τη φιλάει απαλά και τρέχουμε κι εμείς κοντά και μένουμε όλην την ώρα έτσι με τα χεράκια μας ζεστά. Και είναι τόσο ωραία που δεν θέλω να σταματήσει αυτό το όνειρο, δεν θέλω να ξυπνήσω. Γιατί μόλις ανοίξω τα μάτια, το στομάχι με πονά και η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και θέλω να κοιμηθώ πάλι αλλά δεν γίνεται και δεν μπορώ με τίποτα να σταματήσω εκείνες τις περίεργες σκέψεις και όλο πάω μέχρι το δωμάτιο του μπαμπά και της μαμάς και βλέπω μία-μία τις φωτογραφίες και ανοίγω το συρτάρι και διαβάζω ξανά και ξανά εκείνο το γράμμα που έγραψε ο μπαμπάς πριν πετάξει με τη μαμά στον ουρανό ψηλά και προσπαθώ να καταλάβω τι δεν κάναμε σωστά και βάζω εκείνο το τραγουδάκι το λυπητερό που με κάνει να κλαίω και τρέχω να κρυφτώ από τον παππού και τη γιαγιά. Συγγνώμη, αδελφούλα μου, έλα, μην κλαις, δεν το ήθελα, ξέρω, ξεχάστηκα ξανά.
Και πήρε η θάλασσα το κάστρο μας βαθιά.                        TA KAKΩΣ KEIMENA      

Δεν υπάρχουν σχόλια: