Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Ζωή και ελευθερία

 Γιάννης Μακριδάκης   Μου γράφουν διάφοροι αναγνώστες και φίλοι ότι χαίρονται που θα πάω στην Αθήνα και θα βρεθούμε ή θα ξαναβρεθούμε αλλά εγώ νιώθω τόσο άγχος και μόνο με τη σκέψη της ύπαρξής μου στην πόλη, που την διώχνω συνεχώς από το μυαλό μου, τουλάχιστον όσο υπάρχουν ακόμα μέρες μπροστά.
Δεν είναι μόνο που έχω ξεσυνηθίσει και δεν μ’ αρέσει καθόλου πια να ξυπνώ και να κινούμαι στην πόλη, είναι και που μπήκε η άνοιξη, που αρχίσανε οι φούριες με τις δουλειές στο χωράφι, που φυτρώσανε....
οι πατάτες, που το κοκάρι ξεπετάχτηκε, που μετακομίσανε από τις πρασιές στο χώμα τα πρώτα φυντάνια της ντομάτας και του κολοκυθιού, που ανθίσανε τα ξινά και ευωδιάζει ο κόσμος, που ξυπνήσανε τα φρουτόδεντρα και τεντώνουνε τα πρώτα φυλλαράκια τους στον ήλιο, που οι αγρέλοι και οι νεραντζιές περιμένουνε τα μπόλια μου, που τα κοτσίφια τρελαίνονται στο τραγούδι, που οι μέλισσες προχωρούν τη ζωή βουίζοντας, που κάθε πρωί μου χαμογελάνε τα χαμομήλια, που σκοτεινιάζει αργά και μπορώ να παρατηρώ τα φυτά ως στις 8 και βάλε το απόγευμα. Είναι που η ζωή γελάει και καλεί κάθε πλάσμα να ζήσει. Είναι που όλα τα πλάσματα την ακούν, ζούνε, χαίρονται, βρίσκονται σε οίστρο, όλα, εκτός από τον σύγχρονο άνθρωπο, που ξέχασε από καιρό πως είναι ένα πλάσμα κι αυτός κι έγινε παραφύσιν.
Σπανάκια, λάπαθα, μαρούλια, ντοματιές, κρεμμύδια, παντζάρια, μπρόκολα, λάχανα, όλα μαζί ανάκατα

Πέρασε σήμερα απ’ το χωριό ένας πλανόδιος ορνιθοπώλης από τα Μέγαρα Αττικής κι ανάμεσα στις όρνιθες ωοτοκίας που βγήκαν από κλωσομηχανή και είναι μόνο για γρήγορη εκμετάλλευση και σφάξιμο, είχε και λίγες ράτσας, από κλωσού βγαλμένες, με όλα τους τα ένστικτα, μαύρες κότες όμορφες, λαμνάτες και λαμπερές παρόλη την κακοπέραση, καμιά σχέση με τις άλλες τις θαμπές και δυσκίνητες, που είναι μόνο για να κάνουνε αυγά κι ύστερα να βγούνε στη σύνταξη και να περάσουνε μαχαίρι. Στοιβαγμένες σε πολυώροφα κλουβιά, σαν πολυκατοικίες τις είχε και βγάζανε τα κεφάλια τους να φάνε από τις ταϊστρες.
Τον άκουσα να φωνάζει στα μεγάφωνα καθώς περίχωνα τις πατάτες και βγήκα στον δρόμο να τον προλάβω. Τον πλήρωσα κι απελευθέρωσα τις πέντε κότες τις φυσικές, από τα άθλια κλουβιά της καρότσας του. Τις πήγα για παρέα στα πετεινάρια μου, να ζήσουνε εκεί που τους ταιριάζει, μέσα στο περιβόλι.
Σε κανένα ζωντανό δεν ταιριάζει το κλουβί. Αρκεί να νιώθει ζωντανό και να μπορεί να νιώσει τη ζωή και την ελευθερία. Ακόμα κι αν γεννηθεί στη φυλακή του συστήματος της εκμετάλλευσης και γαλουχηθεί με τα “ιδανικά του”, πάλι αξίζει μια μέρα να γευτεί την ελευθερία και τη ζωή έξω. Μα είναι τόσο δύσκολο να το πάρει χαμπάρι και απόφαση όπως φαίνεται, ακόμα κι αν το βλέπει πεντακάθαρα εμπρός του, π.χ. στις “διακοπές”, στα μπλογκς ή στα βιβλία. Είναι τόσο δύσκολο να νιώσει άνθρωπος ένα σύγχρονο άτομο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: