Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Στόματα ερμητικά κλειστά

Η σιωπή τελικά δεν είναι χρυσός
Πανος Μουχτερος   Και είπανε ότι ήρθε το τέλος του κόσμου. Ένα δειλινό μιας Παρασκευής, έτσι αναπάντεχα, την ώρα εκείνη που οι ψυχές γλυκαίνουν από αγαλίαση για μια ακόμα κουραστική εβδομάδα που φεύγει. Τη στιγμή που κανείς δεν περιμένει πως, στ’ αλήθεια, δεν θα υπάρξει πια άλλο Σαββατοκύριακο. Χωρίς αστραπές και βιβλικούς κατακλυσμούς, χωρίς ουράνιες ορχηστρικές τυμπανοκρουσίες, χωρίς να θρυμματίζεται το έδαφος, όπως το γυαλί που το ποδοπατάνε εκατομμύρια πέλματα....
Γλυκά γίνονται όλα, ενάντια στις Γραφές, καθώς η πλάση ηρεμεί, σαν σε νανούρισμα. Σ’ ένα λόφο, χιλιάδες θνητοί μεζεύτηκαν και σιωπηλά ανεβαίνουν τον ανηφορικό δρόμο προς την εκκλησιά, όπως λίγο πριν από τον επιτάφιο σε Πάσχα. Ψάχνουνε την έσχατη συγχώρεση ενώπιον του δημιουργού τους για όλες τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, λίγο πριν αφήσουν τούτο το μάταιο σύμπαν. Άλλοι ξυπόλυτοι, άλλοι κοστουμαρισμένοι, άλλοι αδύνατοι και ταλαιπωρημένοι, άλλοι παχύσαρκοι, όλα του Θεού τα πλάσματα διαβαίνουν τον οίκο Του απόψε. Κι εκείνο που κάνει εντύπωση περισσότερο είναι ότι όλοι τους έχουνε στόματα κλειστά. Λες και κάποιος τα έραψε με σύρμα, ποτέ να μην ανοίξουν, λες και τα χείλη τους είναι μια μολυβένια γραμμή οριζόντια που κάποιος χάραξε πάνω στα πρόσωπά τους. Λες και στη θέση τής έκφρασης και του χαμόγελου μπήκε ένα ζωγραφιστό μείον για τον καθένα τους. Κι όλοι τους κάπως έτσι, αφαιρέθηκαν.
Στην αρχή τής επίγειας αυτής συγκέντρωσης βλέπεις παιδιά ρακένδυτα, σκελετωμένα, με τα οστά τους να εξέχουν από τις ωμοπλάτες. Στηρίζονται σε πόδια καχεκτικά, καθώς ο άνεμος διαπερνά τα σκισμένα τους ρούχα και τα μάτια τους έχουν πλημμυρίσει με κλάμματα, τόσο που φαίνονται από μακριά σαν μόνιμες λίμνες που θαρρείς ότι δεν στερεύουν ποτέ. Και στηρίζεται το ένα στους ώμους του άλλου γιατί δεν αντέχουν από την εξάντληση και διαρκώς λιποθυμάνε και πέφτουν κάτω. Μερικά έχουν μονίμως απλωμένα τα χέρια τους με τις παλάμες ανοιχτές και τεντώνουν τα δάκτυλα με τα αλλοιωμένα τους τα νύχια, ζητώντας διαρκώς να βρέξει μανούλα εξ ουρανού. Λέγεται ότι από την πολλή την πείνα τα στόματά τους δεν ανοίξανε ποτέ ξανά, γιατί κουράστηκαν και απογοητεύτηκαν να περιμένουν έτσι και να εκλιπαρούν για να ταΐσουν δίχως ανταπόκριση τα τρύπια τους στομάχια. Και γύρω τους οι μεγάλοι αρνούνται να τα δουν κατάματα, καθώς προσπαθούν να κρύψουν τους ιδρωμένους λαιμούς τους, ενώ στρέφουν το πρόσωπο σε άλλες κατευθύνσεις. Λες και για κάποιο λόγο ντρέπονται απόψε να αντικρίσουν αυτά τα ανορεκτικά παιδιά και με τύψεις πιάνουν τις μεγάλες κοιλιές τους, όπως οι εγκυμονούσες που προστατεύουν τα έμβρυα από ένστικτο. Μερικές θαρραλέες κοπέλες, πετάνε τα βιβλία τους στην άκρη και τρέχουν να τα πάρουν στην αγκαλιά τους και βγάζουν από τις τσέπες τους ψωμί και το τρίβουν πάνω στα χείλη τα παιδικά που εδώ και καιρό στεγνώσαν. Δασκάλες πρέπει να είναι. Κυρία, κυρία, πεθαίνω.
Παραδίπλα στέκονται στη σειρά μερικοί τύποι καλοντυμένοι, λες και πλυθήκαν με τα ακριβότερα αρώματα πριν από λίγα δευτερόλεπτα. Τα λαμπερά μανικετόκουμπα αστράφτουν μέσα στη δειλή σκοτεινιά του σούρουπου, καθώς με τα παλτά καλύπτουν διακριτικά τις χειροπέδες που ενώνουν τους καρπούς τους. Στο βλέμμα τους διακρίνεις μια αίσθηση υπεροχής, καθώς λοξοκοιτάνε με νεύματα υποτιμητικά το θέαμα γύρω. Λες και γεννήθηκαν για να βρίσκονται από όλους τους άλλους πιο ψηλά, λες και νιώθουν Θεοί στη θέση του Θεού και δεν μπορεί κανείς να τους πλησιάσει, αν εκείνοι δεν το θελήσουν. Λέγεται ότι τα στόματά τους είναι έτσι κλειστά, μπουκωμένα με κέρματα, τόσα πολλά που πεισματικά δεν θέλουν να τα ανοίξουν μήπως και ξεχυθεί ο πλούτος όλος προς τη γη και τους τον πάρουν άλλοι, κατώτεροι από δαύτους. Στιγμές-στιγμές κάνουν να λυγίσουν αλλά καταφέρνουν και συγκρατούν τα συναισθήματά τους και παραμένουν έτσι αγέρωχα άτεγκτοι, στο ύψος της αλαζονείας τους. Τι κι αν χιλιάδες άλλοι δείχνουν προς το μέρος τους και τους λιθοβολούνε και ορμάνε για να τους λιντσάρουν, ετούτοι εδώ νιώθουν του γένους επαναστάτες και δεν καταλαβαίνουν από ενοχές και μεταμέλεια. Έμαθαν να ζουν έτσι άλλωστε και δεν έβγαλαν ποτέ τους τσιμουδιά για όσα αμαρτήματα πράξανε και όσα είδανε να πράττονται από άλλους. Και περιμένουν από το Θεό να ραντίσει την καλοχτενισμένη κώμη τους με άγιο μύρο για να τελειώσουν όλα με χάρη και χωρίς πολλές επεξηγήσεις. Μεταξύ κατεργαρέων, η άφεση.
Οι περισσότεροι όμως απόψε είναι άνθρωποι κοινοί, ντυμένοι με όλων των ειδών τα καθημερινά τα χρώματα. Είναι μανάδες που πετάνε τις ποδιές ψηλά και ψάχνουν απεγνωσμένα τα παιδιά τους μέσα στο πλήθος, γιατί τα έχουν από καιρό χάσει στην ξενιτιά και τα παιδιά μεγάλωσαν και δεν είναι σίγουρες αν θα τα αναγνωρίσουν, καθώς τα χρόνια περάσαν. Είναι εργάτες με φόρμες λερωμένες, γεμάτες γράσο και πετρέλαιο και με πλάτες ηλιοκαμμένες που πάνω τους βλέπεις σημάδια από χιλιάδες κεραμύδια. Είναι νέοι με σκισμένες τσάντες στους ώμους και πολύχρωμα κινητά τηλέφωνα στα χέρια. Είναι καλοξυρισμένοι τριαντάρηδες με ιδρωμένα πουκάμισα που έχουν λύσει τις γραβάτες για να μην τους σφίγγουν την ανάσα. Είναι παππούδες με τα μπαστουνάκια και τα γιακαδάκια σηκωμένα και τις τραγιάσκες να ανεβοκατεβαίνουν στα ταλαιπωρημένα μέτωπά τους.  Είναι γιαγιάδες που έχουν κρύψει στις μασχάλες τους ξεθωριασμένα παραμύθια και βελόνες για το πλέξιμο και συνταγές για σπιτίσια φαγητά. Όλοι τους λέγεται ότι αφέθηκαν στις μικρές τους τις ζωούλες, χωρίς να διεκδικήσουν ποτέ περισσότερα για τον εαυτό τους και τους άλλους. Μείνανε με κλειστά τα στόματα και δεν μιλάγανε και δεν φωνάζανε και δεν διαμαρτυρήθηκαν όταν έπρεπε και δεν απαίτησαν και δεν ούρλιαξαν προς τις κυβερνήσεις και έμειναν για χρόνους έτσι, χωρίς να ξεστομίσουν ούτε μια κουβέντα. Μέχρι που βουβάθηκαν για πάντα, αναπολώντας τις λέξεις στα χείλη του γκρεμού. Άκρα του κόσμου, σιωπή.
Θου, κύριε, φυλακήν τω στόματί μου. Είναι λες και ετούτο το αποκαρδιωτικό θέαμα των κλειστών στομάτων να οφείλεται σε κάποια δοκιμασία που προόριζε ο Παντοδύναμος για τους πιστούς Του. Λες και έπρεπε να επιβληθεί ο νόμος της σιωπής μια και καλή προτού ειπωθεί με σιγουριά και πάλι η πρώτη νέα λέξη. Λες και για τιμωρία κατάπιαν τη γλώσσα τους αυτοί που κάποτε μονίμως φλυαρούσαν. Η νύχτα κάλυψε την πλάση και τα μουγκά τούτα πλάσματα γονάτισαν καρτερικά, σκύβοντας το κεφάλι, περιμένοντας μια κάποια εξήγηση, μια παραβολή που θα τους καταλαγιάσει τον πόνο και θα δώσει την απάντηση στο γιατί βρεθήκαμε απόψε εδώ, λίγο πριν το τέλος. Περιμένουν όλοι, θύματα και δράστες, προνομιούχοι και περιθωριοποιημένοι, δούλοι και αφεντικά, άρχοντες και εξουσιασμένοι, αθώοι και παρεξηγημένοι, ν’ ακούσουν από τον επουράνιο Θεό μια φράση κατανυκτική που θα περιγράφει τις αιτίες για την πτώση του ανθρώπου. Αγωνιούν μήπως και την τελευταία έστω στιγμή αλλάξει η ροή των γεγονότων και ο Θεός μετανιώσει και πει ότι ο κόσμος δεν θα τελειώσει ακόμα και ότι όλα ήταν ένα πείραμα για να δει τις αντοχές μας και ότι θα έχουμε πολλές νέες ευκαιρίες για να πράξουμε αυτό που στη ζωή μας θεωρείται δίκαιο και ηθικό και ότι ποτέ ξανά δεν θα πρέπει να μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα και τα στόματα κλειστά και δεν θα περιμένουμε να λύνονται πάντα τα μαρτύρια του κόσμου με ένα θαύμα. Και, ω, του θαύματος.
Έμεινε βουβός κι αυτός ο ίδιος ο Θεός.                            TA KAKΩΣ KEIMENA

Δεν υπάρχουν σχόλια: