Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Φωτιά και μαγκάλι

Τα όμορφα όνειρα, όμορφα καίγονται
Πανος Μουχτερος    Έκανα μια τελευταία βόλτα στο χωριό μου. Ήταν μεσημέρι κι όλοι είχαν μπει στα σπίτια μέσα για φαγητό και μετά για κουβεντούλα σιγανή και ύπνο πάνω στα πολύχρωμα ντιβάνια. Είχε ησυχία και ήλιο παντού και αυτό με βοήθησε για να επικεντρώσω την προσοχή μου πάνω σε κάθε τελευταία ίντσα αυτής της γης που περιδιαβαίνω από πιτσιρίκι. Να πάω μέχρι την την πλατεία, να θυμηθώ τα πρώτα τα σκιρτήματα, τα τραύματα στα γόνατα, τις τσιριχτές φωνές μας που ήταν τόσο δυνατές λες και πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να κουφάνουμε τον Θεό τον ίδιο....
Να χαθώ μέσα στις παιδικές τις κρυψώνες, πίσω από τα μουχλιασμένα κεραμύδια και τις μισογκρεμισμένες στέγες, που σκέκονταν ακόμα έτσι, τρύπιες, με τον αέρα να ξεγλυστράει μέσα τους. Να τρέξω μέσα στο δάσος και να νιώσω τα πνευμόνια μου να ανοίγουν σαν το τριαντάφυλλο της άνοιξης, καθώς ρουφούσα κάθε ελάχιστη σταγόνα του αιθέρα και έπεφτα κάτω και κυλιόμουν στο χορτάρι, στις ατέλειωτες κατηφορικές κλίσεις του εδάφους, μέχρι να σταματήσω και να φτύσω κλαδιά και χώματα, γελώντας. Να περάσω έξω από την αλάνα, εκεί που γνώρισα τους πρώτους, γνήσιους, φίλους, τότε που δόθηκα χωρίς πολλά γιατί και περίμενα σχεδόν κάθε δειλινό να βγω έξω και να παίξω, πετώντας παραπέρα τα ταλαιπωρημένα μου βιβλία. Να θυμηθώ πώς είναι να προσμένεις τα αλησμόνητα τα καλοκαίρια, τότε που μετρούσαμε τα μπάνια και τα παγωτά, τότε που έλεγες ότι η καρδιά μας άντεχε κάθε συγκίνηση, ότι ήταν ευλίγιστη και δυνατή. Σαν εκείνη που είχα σχεδιάσει πάνω στη σχολική την τσάντα. Καρδιά από μπλάνκο.
Η ώρα περνούσε και κάτι μέσα μου μ’ έκανε να πάω μέχρι το σχολειό μου, λίγο πριν τ’ αφήσω οριστικά πίσω. Να περπατήσω στο προαύλιο, να ξαπλώσω στα σκαλιά ανάσκελα, όπως τότε που κάναμε τα πρώτα μας απαγορευμένα τσιγάρα και ξεφυσούσαμε προς τον ουρανό για να μπλεχτεί ο καπνός μας με τα σύννεφα. Να κοιτάξω μέσα από το παράθυρο προς την αίθουσα Γ3 και να εντοπίσω το θρανίο που καθόμουν. Ακόμα έχει τα γράμματά μου επάνω. Σ ΑΓΑΠΑΩ. Δεν έφυγαν ποτέ από τη θέση τους γιατί η αγάπη ήταν τόσο έντονη που με είχε χαράξει και έτσι θέλησα κι εγώ να χαράξω βαθειά το ξύλο κι έσκαψα με πάθος ακόμα και αυτό το προτελευταίο Α πριν το Ω, γιατί η λέξη έβγαινε από τα βάθη μου και το στόμα άνοιγε καθώς την έλεγα και δεν γούσταρα να την ακούς χωρίς αυτό το επιπλέον Α, μήπως και εκλάβεις την αγάπη ως κοφτή, σύντομη, αγάπη συνηρημένη. Είδα τα ραντεβού μας, τα γρήγορα φιλιά με γεύση από μαστίχα, τα ραβασάκια με τα πολλά θαυμαστικά, τις ταχυπαλμίες του έρωτος, τα μεγάλα, στομφώδη λόγια. Για πάντα. Αργοπεθαίνω για ‘σένα. Τη ζωή μου όλη. Θα χαθώ. Πήγα κι έκατσα κάτω από την μπασκέτα. Στο σημείο εκείνο ακριβώς όπου για άπειρα απογεύματα άφηνα ιδρώτα και όνειρα και θριάμβους χωρίς μετάλλια. Να, ακόμα βλέπω τον πατέρα μου να έρχεται και να μου διακόπτει το παιχνίδι και να με κοιτά με μάτια που μιλούσαν από χαρά και να μου ανακοινώνει ότι τα αποτελέσματα βγήκαν και ότι θα διαβώ το Πανεπιστήμιο. Ότι πρόκειται να γίνω φοιτητής. Τρίποντο, ρε κουφάλες!
Και γίναμε ουρές από νιάτα στην αναμονή του κόσμου για το αύριο. Κάθησα για μια ακόμη φορά έξω από αυτό το ίδιο τζάμι του Λυκείου, κοιτώντας ξανά και ξανά τις αναρτημένες βαθμολογίες και τις πόλεις για τις οποίες θα τραβήξουμε. Άλλος για Χίο, άλλος για Μυτιλήνη, άλλος για Αθήνα, Κομοτηνή και Λάρισα. Η Ελλάδα όλη με την ένδειξη ΑΕΙ, ΤΕΙ. Μια χώρα μοιρασμένη σε διάσκορπα μέρη του κρυμμένου θησαυρού της γνώσης. Κι αποκτάς όνειρα φλογερά, βλέπεις εικόνες του μέλλοντός σου να σε κατακλύζουν, όπως ο ταξιδιώτης που πρόκειται να επισκεφτεί χώρες καινούργιες, άγνωστες. Κι ανυπομονείς να ζήσεις τα χρόνια τα φοιτητικά, να δεις επιτέλους τους κόπους σου να ανταμείβονται, να πάρεις πίσω τις κλεμμένες ώρες του δημιουργικού σου χρόνου, να ψηλαφίσεις την αυτονομία σου, να γίνεις της ζωής ο πρώτος μαθητής. Να κάνεις φιλίες νέες, να ερωτευτείς ξανά απ’ την αρχή και να απογοητευτείς πάλι, να νιώσεις την ωρίμανσή σου, ενώ θα ρυτιδιάζεις πάνω στη μάχη για αξίες και ιδανικά που ξεπερνάνε τα βιβλία, τους καθηγητές και που φτάνουν μέχρι τον τελευταίο κάτοικο τούτου του κόσμου. Έλα ρε, πας Κρήτη; Μη χαθούμε ρε φιλάρα! Να μου λες πώς τα περνάς. Ο αδερφός μου φεύγει για Γιάννενα, ναι, άσε η οικογένεια ξενιτεύτηκε μέσα σε μια στιγμή. Θα μείνουνε οι γέροι μόνοι τους, μετά από καιρό. Από τότε που ήταν μαζί πριν να να μας γεννήσουν. Ναι, τώρα, που νιώθουμε ότι γεννηθήκαμε ξανά. Σαν από σύμπτωση.
Το λεωφορείο ήρθε δίχως καθυστέρηση. Ανέβηκα τα σκαλιά ξέρωντας πως θα λείψω για κάμποσο, μέχρι να δώ το χωριό μου πάλι. Έδωσα και πήρα τις τελευταίες σφιχτές αγκαλιές και κάθησα πλάι στο παράθυρο, για να βλέπω τις εικόνες να περνούν στου ταξιδιού τις ώρες. Είδα τη μάνα μου να χτυπιέται από συγκίνηση και να με αποχαιρετά με πόνο τοκετού. Μην κάνεις έτσι, θα έρχομαι συχνά, για καλό φεύγω, για να γυρίσω άνθρωπος άλλος, καλύτερος. Μη μου φοβάσαι για τα λεφτά και για τη φτώχεια, πάντοτε μ’ αυτήν παλεύαμε εξάλλου, τώρα θα λυγίσουμε που θα ‘χουμε τον πλούτο της μόρφωσης; Θα ψάξω και θα βρω δουλειά, θα κάνω το γκαρσόνι, τα χαράματα θα κουβαλάω καφάσια στις λαΐκές, χαλιά θα φορτώσω σε φορτηγά μεγαλεμπόρων, το χαρτζιλίκι μου θα το ‘χω, μη μου σκοτίζεσαι. Κι αν ζοριστώ, μην αγχωθείς και ξαγρυπνήσεις. Θα ‘ναι εκεί κοντά η δωρεάν Παιδεία που θα με περιθάλψει, σαν μάνα δεύτερη, τίποτα να μη μου λείψει. Θα έχω παντού εκπτώσεις, ένα πιάτο φαΐ, κι ένα πάσο να επιδεικνύω. Ναι, μια ταυτότητα ειδική, της ακαδημαϊκής μου ιθαγένειας. Και σπίτι θα βρω, εκεί πέρα έχουνε φτιάξει διαμερίσματα μεγάλα, πεντάρια, να χωράνε σπουδαστές πολλούς, για να μοιράζονται το ‘νοίκι. Κι άμα δούμε ότι δεν βγαίνουμε, δεν θα βάλουμε πετρέλαιο στην τελική, για όλα έχω λύσεις, σου λέω. Με τέτοια φλόγα που καίει εντός μου, μάνα, θα μείνω έτσι ζεστός για όλους τους επόμενους χειμώνες. 56 ευρώ το εισιτήριο. Τα ρέστα σας. Πάσο.
Ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία. Έλα ρε, πάλι την έχεις δει ιστορία και ροκάς και ακούς ψαγμένα πράγματα; Λοιπόν, μάγκες, ξηγηθείτε κανένα δανεικό γιατί είμαι ταπί και ψύχραιμος. Και που ‘στε, λέω να αράξουμε μέσα απόψε γιατί έχει βάλει και ψοφόκρυο. Έχω δει έξω στο μπαλκόνι έναν παλιό θερμοσίφωνα. Θα τον κόψουμε στη μέση και θα τον κάνουμε μαγκάλι αυτοσχέδιο. Θα κάψουμε μερικά ξύλα και θα αφήσουμε τα κάρβουνα να σιγοκαίνε τη νύχτα, θα δείτε, μια χαρά θα ζεσταθούμε. Θα βάλουμε και μουσικούλα και θα περιμένουμε πιο μετά τα κορίτσια να έρθουν και να έχουμε φτιάξει ατμόσφαιρα! Έτσι, να ξαπλώσουμε λιγάκι, γιατί νιώθω κάπως κουρασμένος τις τελευταίες ημέρες. Σχολή, δουλειά, δουλειά, σχολή, σαν κάπως να παρέδωσα πνεύμα. Αυτό το καθημερινό ξύπνημα στις 5 το πρωί για τη λαϊκή με έχει σακατέψει. Ναι, σου λέω. Μην ανησυχείς. Για λίγο μόνο, θα κλείσω τα μάτια μου, έτσι να πάρω έναν υπνάκο. Μη με δουλεύετε ρε, αφού και εσείς είστε νυσταγμένοι, σας πήρα χαμπάρι. Ωραία, ας κοιμηθούμε όλοι έτσι, σαν μικρά, αγαπημένα αδελφάκια. Να δούμε όνειρα που τουρτουρίζουν. Να ονειρευτούμε την αγάπη, έτσι όπως τα όνειρα γίνονται καπνός από κάρβουνο. Να δούμε τότε που κατηφορίζαμε τις θάλασσες παρέα και τα νησιά μάς χαιρετούσαν μεθυσμένα, μας τραγουδούσανε πουλιά παραδεισένια…
Ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία…                 TA KAKΩΣ KEIMENA   

Δεν υπάρχουν σχόλια: