Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΤΗΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Τoυ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΗ*
Η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της ιστορίας της. Τίποτα πια δεν είναι όπως πριν, ούτε πρόκειται να ξαναγίνει.Το 2009 θα μείνει στη συλλογική μνήμη ως ένα σημείο μη επιστροφής. Όποιος πιστεύει ότι στο τέλος αυτής της πορείας θα έχουμε την ίδια συνθήκη με πριν, απλώς αυτή θα είναι είτε λίγο πιο νεοφιλελεύθερη είτε λίγο πιο «προοδευτική», δυστυχώς πλανάται πλάνην οικτράν.
Το ένα ενδεχόμενο είναι να εμπεδωθεί το σενάριο της μνημονιακής καταστροφής, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και να οδηγηθούμε στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας σε μια τεράστια Ειδική Οικονομική Ζώνη φτηνής και ελαστικής... εργασίας, επενδυτικής ασυδοσίας και οικολογικής καταστροφής, πλήρως ενταγμένη σε μια σχεδόν νεοαποικιοκρατική νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ως μειωμένης κυριαρχίας «Ευρωπαϊκός Νότος»,
με τους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και υψηλής τεχνικής σύνθεσης να αποδιαρθρώνονται, την ερευνητική βάση να συρρικνώνεται και το επιστημονικό δυναμικό να μεταναστεύει
με την αστική μας τάξη να εγκαταλείπει τα μεγάλα σχέδια οικονομικής πρωτοκαθεδρίας στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή και να επιστρέφει στην πεπατημένη της υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων και της εκποίησης εθνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών
με την οικονομική υποβάθμιση να μετασχηματίζεται και σε γεωστρατηγική υποβάθμιση και σε υποτελή πρόσδεση στις πιο επικίνδυνες ιμπεριαλιστικές πολιτικές όπως είναι ο άξονας με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ
με τα λαϊκά στρώματα να βρίσκονται σε απόγνωση και να επιδίδονται σε έναν κανιβαλικό επιβιωτισμό
με το πολιτικό σύστημα να αναδιπλώνεται σε μια άνευ προηγουμένου αυταρχική θωράκιση με καταλύτη την άνοδο του φασιστικού κινήματος που έχει εξελιχτεί στο βασικό μηχανισμό ανασύνθεσης της σύνολης Δεξιάς.
Το άλλο ενδεχόμενο, πολύ πιο διακυβευόμενο, αβέβαιο και ασταθές, είναι ο πλούσιος, πολύμορφος, αναγκαστικά και αναγκαία αντιφατικός, παλλαϊκός ξεσηκωμός, αυτός ο ιδιότυπος παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος που ζήσαμε, σε όλες τις εκφράσεις του από τις απεργίες και τις Πλατείες μέχρι τον εκλογικό σεισμό του Μάη Ιούνη, να κερδίσει, ανοίγοντας δρόμους πρωτόγνωρου κοινωνικού μετασχηματισμού.
Σε πείσμα των αυταπατών του αριστερού κυβερνητισμού και ευρωπαϊσμού, η νίκη του αντιμνημονιακού κινήματος ούτε πρέπει ούτε μπορεί να είναι μια προοδευτικότερη σταθεροποίηση της τρέχουσας συνθήκης. Ούτε μπορεί να υπάρξει, παρά μόνο ως ανέξοδη και τελικά άσκοπη «άσκηση επί χάρτου», μια προοδευτικότερη ΕΕ, που θα έκανε αναδιανομή, θα αντιμετώπιζε τις περιφερειακές ανισότητες και θα χαλιναγωγούσε τις τράπεζες. Ούτε μπορεί η Αριστερά να ελπίζει ότι τη λύση θα δώσουν οι ενδοϊμπεριαλιστικές διαφοροποιήσεις ως προς την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και να επενδύει σε μια «ποσοτική χαλάρωση» του τύπου της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, ή να διεκδικεί, χωρίς να ανατριχιάζει με τις ιστορικές αναλογίες, ένα «σχέδιο Μάρσαλ» για την Ελλάδα και το Ευρωπαϊκό Νότο.
Η ζωή έχει δείξει πια ότι η ανατροπή των μνημονίων, η διαγραφή του χρέους, η συνειδητή και με δική μας πρωτοβουλία αποκοπή από κάθε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η εθνικοποίηση των τραπεζών και η έξοδος από το ευρώ θα αποτελέσουν αναπόσπαστες πλευρές οποιασδήποτε εκδοχής ρήξης με την κυρίαρχη πολιτική.
Όμως, δεν αρκούν. Θέτουν, ως άμεση απαίτηση ταυτόχρονα επιβίωσης αλλά και προοπτικής, την ανάγκη για ένα πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης και συγκεκριμένες απαντήσεις για την ενεργειακή και διατροφική επάρκεια, για την διοίκηση, την παιδεία, τη λειτουργία του δημοσίου, τις εθνικοποιήσεις, τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο. Ένα πρόγραμμα που δεν μπορεί παρά να αποτυπώνει μια σύγχρονη σοσιαλιστική κατεύθυνση, να εγγράφεται σε μια στρατηγική ρήξης με τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό και τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης.
Αντί να σπαταλιέται χρόνος και διανοητική ενέργεια για την υπεράσπιση αντικειμενικά και υλικά ατελέσφορων γραμμών όπως είναι η παραμονή στο ευρώ από υποτιθέμενα διεθνιστικές απόψεις, οι δυνάμεις της Αριστεράς και του κινήματος, θα έπρεπε να ασχολούνται με αυτά τα ερωτήματα. Να επεξεργάζονται αυτό που πρέπει να είναι – και επιτρέψτε μου τη φραστική διαφοροποίηση από το τίτλο της Ημερίδας – το «Σχέδιο Α» της Αριστεράς και να απαντούν συγκεκριμένα ερωτήματα:
Πώς η παύση πληρωμών στο χρέος και η διακοπή των δανειακών ροών προς την Ελλάδα σε συνδυασμό με τους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, την άμεση και χωρίς αποζημίωση εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (που υπερβαίνει κατά πολύ την απλή διεκδίκηση «κυβερνητικών επιτρόπων» σε τράπεζες που θα τις ελέγχουν οι κεφαλαιούχοι τους) και φυσικά την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα μπορέσει να γίνει με το μικρότερο κόστος, τόσο σε τεχνικό επίπεδο, όσο όμως και σε ιδεολογικό, αναδεικνύοντας τη στήριξη του νέου εθνικού νομίσματος σε βασική πλευρά της συλλογικής προσπάθειας ανοικοδόμησης
Πώς η άμεση εθνικοποίηση όλων των στρατηγικών επιχειρήσεων, η επιβολή διοικητικών τιμών, η κρατική παρέμβαση και ρύθμιση των προτεραιοτήτων, η εκμετάλλευση υπαρκτών πλουτοπαραγωγικών πηγών αλλά και μια εναλλακτική εξωτερική πολιτική, θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν την ενεργειακή επιβίωση.
Πώς μια διαφορετική σχέση οργάνωση της αγροτικής παραγωγής, με έμφαση στη συνεταιριστική λογική, την απευθείας επαφή παραγωγού και καταναλωτή, τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο στη βιομηχανία τροφίμων, μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφική επάρκεια.
Πώς μπορούμε να συνδυάσουμε την επέκταση της δημόσιας ιδιοκτησίας, με τον εργατικό έλεγχο και την αυτοδιαχείριση, δοκιμάζοντας στην πράξη μορφές υπέρβασης της καπιταλιστικής οργάνωσης και διαχείρισης και της παραγωγής. Πώς μπορούμε να επεξεργαστούμε έναν άλλο οικονομικό λογισμό σε ρήξη με τον καταναγκασμό της αγοράς. Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε έτσι θέσεις εργασίας και να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της εργασίας.
Πως μπορούμε να εξασφαλίσουμε πλήρη υγειονομική κάλυψη, με άξονα το δημόσιο σύστημα υγείας, εθνικοποιημένες φαρμακοβιομηχανίες, αλλά και μια έμφαση στην πρωτοβάθμια υγεία και μια προσπάθεια το κλειδί να είναι η πρόληψη και η γενική βελτίωση και όχι η επέμβαση και ο πανάκριβος εξοπλισμός
Πώς μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε τη δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την έρευνα με βάση την πρωτοβουλία των εργαζομένων και την ενεργή συμμετοχή.
Πώς θα μπορέσουμε να έχουμε τομές στον πυρήνα του κράτους, σε μια διαφορετική δημοκρατία, που να συνδυάζει αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και μορφές λαϊκής συμμετοχής, και με προσπάθεια να αναμετρηθούμε με το ζήτημα των κατασταλτικών μηχανισμών, του ελέγχου και του ριζικού μετασχηματισμού τους, καθώς αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορούμε να έχουμε διαδικασία κοινωνικής αλλαγής και η ένστολη πτέρυγα της Χρυσής Αυγής να παραμένει στη θέση της.
Τέλος, πώς όλα αυτά δεν θα είναι απλώς υπόθεση ειδικών ή «κορυφών» αλλά στοιχεία που να προκύπτουν να αναδύονται μέσα από την ίδια τη συλλογική δράση, την εμπειρία την επινοητικότητα του εργαζόμενου λαού. Οι αγώνες, οι αντιστάσεις, οι συλλογικές εμπειρίες είτε διεκδίκησης είτε αλληλεγγύης, αποτελούν, στην πραγματικότητα τη δική μας «πειραματική διαδικασία».
Γιατί η μάχη αυτή, η μάχη να υπάρξει τώρα απτά και κατανοητά, μια διαφορετική αφήγηση για την ανασυγκρότηση, την επιβίωση και το μετασχηματισμό, ξεκινά τώρα. Γιατί εάν δεν πιστέψουν ευρύτερα, πλειοψηφικά αν είναι δυνατόν δυνατό, κομμάτια του λαού ότι υπάρχει άλλος δρόμος, η απόγνωση πάντα θα μπορεί να κερδίζει την ελπίδα.
Είναι σήμερα πολιτικά δυνατή στο δοσμένο συσχετισμό δύναμης μια τέτοια διαφορετική πορεία; Με το χέρι στην καρδιά πρέπει να πούμε ναι!
Το βάθος της πολιτικής κρίσης, η εμφάνιση στοιχείων κρίσης του κράτους, η δομική αστάθεια όλων των παραλλαγών των μνημονιακών κομμάτων, η ανοιχτή ερωτοτροπία με λύσεις «έκτακτης ανάγκης», η ταχύτατη αποσάθρωση των μεταπολιτευτικών πολιτικών εκπροσωπήσεων και το γεγονός ότι ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών στρωμάτων, εργατικών και μικροαστικών, διάλεξαν δρόμους ανοιχτής ρήξης με τα μνημονιακά κόμματα, δείχνουν ότι σήμερα υπάρχει το υλικό, κοινωνικό υπόβαθρο για να ηγηθεί η Αριστερά μιας διαδικασίας μετασχηματισμού. Μετέωρα και αντιφατικά, αλλά και εντυπωσιακά εκρηκτικά, η ελληνική κοινωνία έχει βρεθεί στο πιο ανοιχτό σε ενδεχόμενα σταυροδρόμι ολόκληρης της μεταπολίτευσης. Αν παραμερίσουμε ιδεότυπους και μηχανιστικά σχήματα, μπορούμε να πούμε ότι εάν ψάχναμε για μια «επαναστατική κατάσταση» στον 21ο αιώνα, η σημερινή συνθήκη είναι ό,τι πιο κοντινό θα μπορούσαμε να ελπίσουμε!
Σε αυτό το τοπίο, η Αριστερά έχει τεράστια ευθύνη. Η εκρηκτική διετία του πρώτου «εξεγερσιακού κύκλου» του 21ου αιώνα δείχνει ότι όσο αναγκαία συνθήκη και εάν είναι η πυροδότηση και έκφραση της λαϊκής ανατρεπτικής δυναμικής, αυτό δεν αρκεί. Το πέρασμα από την εξέγερση στο μετασχηματισμό, το κομβικό ερώτημα οποιασδήποτε πραγματικά επαναστατικής στρατηγικής, απαιτεί αναμέτρηση με το ερώτημα της εξουσίας, πολιτική στρατηγική, πρόγραμμα, βήματα, θεσμούς οικοδόμησης της ηγεμονίας. Στην ελληνική περίπτωση έχει φανεί ότι σήμερα η Αριστερά δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην οικοδόμηση της κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης που θα εκβιάσει το αστικό πολιτικό σύστημα να κάνει υποχωρήσεις. Αυτή η θεμελιώδης συνθήκη του μεταπολιτευτικού «κοινωνικού συμβολαίου» δεν έχει καμιά εφαρμογή στη συγκυρία της «διαρκούς κατάστασης οικονομικής έκτακτης ανάγκης», του κοινοβουλευτικού βοναπαρτισμού και της μειωμένης κυριαρχίας. Έστω και με το τίμημα της διαδοχικής απαξίωσης και διάλυσης προηγούμενων πυλώνων του αστικού πολιτικού συστήματος, οι δυνάμεις του κεφαλαίου και οι ανθύπατοι της Τρόικας, θα επιμείνουν στην ίδια κατεύθυνση, διολισθαίνοντας σε μια όλο και πιο αυταρχική εκδοχή διαχείρισης της καταστροφής.
Απαιτείται, επομένως, τομή στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας, κατάληψη της κυβερνητικής και της πολιτικής εξουσίας από μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συμμαχία. Είναι αναγκαίος όρος για να ανατραπεί η πορεία προς την καταστροφή. Όχι όμως, ως αυτοπεριορισμός εντός της δοσμένης συνθήκης, εντός της ασφυκτικής «νομιμότητας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την ελπίδα ότι υπάρχουν περιθώρια προοδευτικότερης διαχείρισης. Μιλάμε για διαδικασία συγκρούσεων, μετασχηματισμών και ανατροπών, που θα κάνει πράξη τη ρήξη με το ευρώ, το χρέος και την ΕΕ και να εκκινήσει μια συλλογική προσπάθεια ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού.
Αυτό ακριβώς σημαίνει να μπορέσουμε σήμερα οι δυναμικές που αναπτύσσονται και η συμπόρευση στους δρόμους του αγώνα και της αποδοκιμασίας της κυρίαρχης πολιτικής ενός ευρύτερου φάσματος εργατικών, μικροαστικών και αγροτικών στρωμάτων, να πάρουν τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου «ιστορικού μπλοκ». Δηλαδή, να συναντηθεί μια κοινωνική συμμαχία, με ένα μεταβατικό πρόγραμμα για την παραγωγική ανασυγκρότηση σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, με ανώτερες οργάνωσης του λαού και με την Αριστερά στο ρόλο του συλλογικού επεξεργαστή μιας άλλης πορείας τον τόπο. Η Αριστερά, όταν είναι γειωμένη στο λαό έχει δείξει ότι μπορεί να οργανώνει τη λαϊκή συνείδηση και να σφραγίζει καταλυτικά τις λαϊκές προσδοκίες, ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες όπως ήταν οι μετεμφυλιακές. Εάν σήμερα δεν ασκήσει αυτή την άλλη επιρροή, εάν δεν μετασχηματίσει τον «κοινό νου» των λαϊκών στρωμάτων, θα μιλάμε απλώς για συγκυριακές εκλογικές συσπειρώσεις, διακυβευόμενες και ευάλωτες σε κάθε είδους καθεστωτική «αντισυστημικη» πρόταση, όπως δείχνει και η απήχηση της φασιστικής Χρυσής Αυγής.
Εδώ είναι που κρίνονται όλες οι τάσεις της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έγινε ο κύριος αποδέκτης της διάθεσης ευρύτερων κομματιών του λαού για μια άλλη πορεία απαλλαγής από τη Μνημόνια, εντούτοις, σε επίπεδο ηγεσίας, αντιμετωπίζει την προοπτική της κυβερνητικής εξουσίας ως απαίτηση για «ρεαλιστικότερες» θέσεις και τελικά δεξιά στροφή. Η επιμονή στο ευρώ, η λογική ότι μπορεί να υπάρξει αναδιανομή και δικαιοσύνη εντός των δανειακών συμβάσεων και της χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εσωτερίκευση της τρέχουσας εκδοχής «νομιμότητας» ως αναπόδραστου ορίου, συμπυκνώνουν μια πολιτική που δεν μπορεί να ανοίξει δρόμους ρήξης. Ακόμη περισσότερο, η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ η λογική του ώριμου φρούτου και η υποτίμηση της ανάγκης να υπάρξει τώρα η μέγιστη κοινωνική αναταραχή κάνουν το ΣΥΡΙΖΑ να λειτουργεί, έστω και άθελα ως μηχανισμός σχετική σταθερότητας. Με αυτό τον τρόπο δεν τονώνεται η λαϊκή αυτοπεποίθηση και τα λαϊκά στρώματα δεν προετοιμάζονται για μια μεγάλη μάχη και συλλογική προσπάθεια αλλά για την ανάθεση στην κυβέρνηση. Ο καταναγκαστικός φιλοευρωπαϊσμός οδηγεί σε μια συνειδητή άρνηση προετοιμασίας για οποιοδήποτε ενδεχόμενο διακοπής της χρηματοδότησης, οικονομικού πολέμου από την Τρόικα, ντε φάκτο ανάγκης για καταφυγή σε εθνική νομισματική πολιτική. Για την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο η ΕΕ αποτελεί ένα όριο πολιτικό, αλλά και η ίδια η διακυβέρνηση ορίζεται όχι ως αφετηρία μετασχηματισμών, αλλά ως προοδευτικότερη εκδοχή δοσμένης νομιμότητας. Όμως, μια τέτοια γραμμή δεν μπορεί να αντέξει στην τεράστια πίεση που θα δεχτεί, δεν χαράζει διαφορετική γραμμή και είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει είτε στην ενσωμάτωση της λογικής της λιτότητας είτε στην κατάρρευση, διαψεύδοντας την ελπίδα που θα στραφεί προς τα εκεί.
Η ιστορία δεν συγχωρεί: τυχόν αποτυχία ή αδυναμία της Αριστεράς στην εξουσία απλώς θα ανοίξει το δρόμο για ακόμη πιο αντιδραστικές λύσεις, για το όποιο υβρίδιο θα βγει από το συνδυασμό ανάμεσα στο Βορίδη, το Μιχαλολιάκο και το Λοβέρδο.
Απέναντι σε αυτά τα όρια δεν προσφέρει απάντηση η σεχταριστική αναδίπλωση και ο πολιτικός αναχωρητισμός, όπως αυτή που προκρίνουν τόσο το ΚΚΕ όσο και τάσεις της επαναστατικής Αριστεράς. Είναι λανθασμένη η ανάγνωση της συγκυρίας που λέει η κατάσταση δεν είναι ώριμη, ο λαός δεν είναι αρκετά επαναστατημένος και προτιμά τις «εύκολες λύσεις» και άρα το μόνο που απομένει είναι η περιχαράκωση, η «οικοδόμηση» και η προετοιμασία για μελλοντικές μάχες, υποτιμώντας τις σημερινές δυνατότητες και απαιτήσεις. Επιπλέον, διατυπώνοντας με τρόπο εγκεφαλικό την ανάγκη για μια αυθεντικά επαναστατική λαϊκή ή εργατική εξουσία, υποτιμούν την πρόκληση μιας πρωτότυπης επαναστατικής στρατηγικής που να ξεκινά από τις δυνατότητες που ανοίγει η πολιτική κρίση και η δυνατότητα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Με αυτό τον τρόπο ούτε την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να αμφισβητήσουν από τα αριστερά, ούτε συμβάλουν στην προετοιμασία για μεγάλες μάχες. Στην καλύτερη των περίπτωση μια τέτοια κατεύθυνση μπορεί να συνδυαστεί με ένα μαχητικό κινηματισμό, που όμως δεν συνδυάζεται με μια στρατηγική γύρω από το ερώτημα της εξουσίας και της ηγεμονίας.
Απέναντι σε όλα αυτά, όσες και όσοι αγωνίστριες και αγωνιστές, τάσεις συλλογικότητες και μέτωπα που αναγνωρίζουν την ανάγκη για ένα δρόμο ρήξης με το χρέος, το ευρώ και τις πολιτικές του κεφαλαίου καλούνται να χαράξουν ένα διαφορετικό δρόμο. Δεν μπορεί να δώσει προοπτική η δορυφοριοποίηση ή η ενσωμάτωση μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ. Όχι γιατί υποτιμούμε τις μεγάλες κοινωνικές εκπροσωπήσεις που στρέφονται σήμερα προς τα εκεί, ούτε γιατί προσπερνάμε τις υπαρκτές και σημαντικές αριστερές φωνές και αναζητήσεις μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά γιατί σήμερα ένας τέτοιος δρόμος, εκ των πραγμάτων, θα οδηγήσει στην απεμπόληση κρίσιμων πολιτικών αιχμών όπως είναι η έξοδος από το ευρώ και η ρήξη με την ΕΕ καιί θα οδηγήσει στην ηγεμόνευση από μια διαχειριστική οπτική. Δεν μπορεί να δώσει όμως ούτε ο σεχταριστικός απομονωτισμός ούτε ο περιορισμός μόνο σε έναν μαχόμενο κινηματισμό, γιατί μια τέτοια κίνηση εκχωρεί χώρο στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και απεμπολεί τη δυνατότητα μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής που να απαντά στις προκλήσεις της περιόδου.
Σήμερα πρέπει να διαλέξουμε, όλες κι όλοι που μοιραζόμαστε αυτή την αγωνία, να διαλέξουμε το δρόμο το λιγότερο περπατημένο:
Συλλογική επεξεργασία του «άλλου δρόμου» του αναγκαίου προγράμματος που θα έπρεπε να έχει όλη η Αριστερά, όχι μόνο στο επίπεδο των γενικών αρχών (ρήξη με ευρώ και ΕΕ, διαγραφή του χρέους, εθνικοποιήσεις) αλλά και των συγκεκριμένων απαντήσεων για την επιβίωση και την παραγωγική ανασυγκρότηση και μια αριστερή διακυβέρνηση που να ανοίγει δρόμους κοινωνικού μετασχηματισμού. Εδώ και τώρα συγκρότηση ομάδων εργασίας, διαμόρφωση ιστοσελίδας για να αναρτώνται τα πορίσματά τους, ανοιχτό κάλεσμα να γραφτούν από ανθρώπους κείμενα και επεξεργασίες, τόσο «αυστηρά» και επιστημονικά, όσο και μαζικά και εκλαϊκευτικά που να εξειδικεύουν τον αναγκαίο άλλο δρόμο για την ελληνική κοινωνία.
Ενωτική δράση μέσα στο κίνημα, επικοινωνία και επίδραση στο αναδυόμενο «ιστορικό μπλοκ» και στον κόσμο που σήμερα αναφέρεται στο ΣΥΡΙΖΑ και στο ΚΚΕ.
Πρωτοβουλίες κλιμάκωσης της κινηματικής σύγκρουσης με τις πολιτικές των μνημονίων, ανασυγκρότησης του ταξικού κινήματος, διαμόρφωσης ενός πλατιού δικτύου λαϊκής αλληλεγγύης, κλιμάκωσης της αντιφασιστικής δράσης
Αξιοποίηση της συλλογικής εμπειρίας και επινοητικότητας των λαϊκών μαζών, οικοδόμηση από τώρα μορφών και πρακτικών που παραπέμπουν σε μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση: ένα κοινωνικό ιατρείο, ένα αυτοδιαχειριζόμενο κατειλημμένο εργοστάσιο, ένα δίκτυο ανταλλαγής χωρίς μεσάζοντες, δεν είναι απλώς μορφές αλληλεγγύης ή αντίστασης είναι και πειράματα για το πώς μπορούμε να οργανώσουμε την παραγωγή «μετά το ευρώ».
Όλα αυτά όμως απαιτούν και μετωπική συσπείρωση των δυνάμεων που ορίζονται γύρω από την ανάγκη ρήξης με την ΕΕ, τα μνημόνια και τις δυνάμεις του κεφαλαίου, ντόπιες και ξένες, σε ένα αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο όχι με λογική «αριστερής αντιπολίτευσης» αλλά διεκδίκησης της άρθρωσης του λόγου που θα μπορέσει να κάνει την Αριστερά ηγετική δύναμη του «έθνους των εργαζομένων».
Σήμερα υπάρχει ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων και αγωνιστών μοιράζονται αυτή την κατεύθυνση: η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΜΑΑ, αγωνιστές που έφυγαν από το ΕΠΑΜ, τάσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αγωνιστές και αγωνίστριες από το χώρο του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ, πλήθος ανένταχτων αγωνιστών. Αυτό το δυναμικό μπορεί και πρέπει να συμπορευτεί σε μια κατεύθυνση μετωπικής συσπείρωσης.
Ανοιχτά και συντροφικά, με έμφαση στην ενότητα στο βασικό πλαίσιο, χωρίς απαιτήσεις ιδεολογικής ομογενοποίησης και λογικές συσπείρωσης μόνο των «επαναστατικών δυνάμεων». Ένα τέτοιο αναγκαίο αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο δεν πρέπει να συγκροτηθεί ως απλή σύμπραξη οργανώσεων, πρέπει να είναι μια πλατιά δημοκρατική διαδικασία, με συμμετοχή και πρωτοβουλία των ίδιων των αγωνιστών.
Στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς η διαμόρφωση ενός ακόμη πόλου μέσα στην Αριστερά, ούτε η συσπείρωση της «γειτονιάς των καταφρονημένων» από την αλλαγή συσχετισμών δύναμης μέσα στην Αριστερά, ούτε καν η διεκδίκηση καλύτερης εκλογικής καταγραφής.
Στόχος πρέπει να είναι η συλλογική επεξεργασία των θέσεων, η δοκιμασία των πρακτικών, η προβολή των προγραμματικών θέσεων, η συσπείρωση αγωνιστών και εμπειριών, γύρω από εκείνη τη γραμμή που μέσα στην όξυνση της πολιτικής και κοινωνικής κρίσης μπορεί να δώσει διέξοδο και να ανοίξει δρόμους ανοικοδόμησης και μετασχηματισμού. Να φτιαχτεί μια πολιτική, οργανωτική, προγραμματική, ιδεολογική μαγιά που θα αποδειχτεί κρίσιμη μέσα στις μεγάλες προκλήσεις που θα τεθούν για το κίνημα και την Αριστερά και θα θέσουν το δίλημμα ρήξη ή συντριβή. Και όλα αυτά όχι εργαστηριακά, αλλά μέσα και παράλληλα με τη μάχη για την κλιμάκωση των αγώνων, την οικοδόμηση της αλληλεγγύης, την στήριξη της λαϊκής αυτοοργάνωσης. Και ξέρουμε καλά ότι θα είναι πλήθος οι αγωνιστές και τα ρεύματα και από χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ που απογοητευμένοι από γραμμές είτε ενσωμάτωσης είτε απομόνωσης, που θα κοιτάζουν με προσδοκία προς ένα τέτοιο μετωπικό εγχείρημα.
Ο χώρος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στον τόπο μας έδειξε το προηγούμενο διάστημα ότι μπορεί να έχει καίριες προγραμματικές θέσεις όπως η έξοδος από το ευρώ και η διαγραφή του χρέους, μαχητική συνεισφορά στο λαϊκό ξεσηκωμό, πρωτοβουλίες για το αγωνιστικό μέτωπο. Έδειξε, όμως, και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και παλινωδίες σε ό,τι αφορά το αναγκαίο αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο. Και αυτές τις παλινωδίες – και το λέω αυτοκριτικά ως μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – τις πληρώσαμε ακριβά. Αν ήδη από το 2010, όταν φαινόταν ότι η διαγραφή του χρέους, η έξοδος από το ευρώ και η ολόπλευρη στράτευση στο λαϊκό ξεσηκωμό διαμόρφωναν νέες διαχωριστικές γραμμές αλλά και νέες συγκλίσεις μέσα στην Αριστερά, είχε υπάρξει περισσότερη τόλμη για ευρύτερες μετωπικές συσπειρώσεις, θα ήταν αλλιώς σήμερα το τοπίο της Αριστεράς!
Αυτή τη φορά, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της απόγνωσης και της ελπίδας, στο μεταίχμιο της κατάθλιψης και της ανάτασης, ας δείξουμε ότι μπορούμε όντως να ξεπερνάμε τον εαυτό μας. Οι «σεισμοί που μέλλονται για να' ρθουν» είναι τώρα!
(Το κείμενο αυτό στηρίζεται σε παρέμβαση που έγινε στο πλαίσιο της ημερίδας του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής για το «Σχέδιο Β», στις 13 Οκτώβρη 2012).
Όσες και όσοι επιμένουν ότι ο άλλος δρόμος για την ελληνική κοινωνία περνάει μέσα από τη ρήξη με το ευρώ πρέπει και την ΕΕ πρέπει να συσπειρωθούν ενωτικά σε μια πολιτική, οργανωτική, προγραμματική, ιδεολογική μαγιά που θα αποδειχτεί κρίσιμη μέσα στις μεγάλες προκλήσεις που θα τεθούν για το κίνημα και την Αριστερά και θα θέσουν το δίλημμα ρήξη ή συντριβή.
*Πανεπιστημιακός, Κεντρική Συντονιστική Επιτροπή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012                ISKRA    

Δεν υπάρχουν σχόλια: