Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Η γυάλα

 Αννιτα Λουδαρου    Στέκεται όρθια στο μπαλκόνι. Λούζονται  τ΄άσπρα της μαλλιά στο χειμωνιάτικο πρωινό. Σφίγγει τα χείλη της, να μείνουν κλειστά. Με το ένα της χέρι κρατά τα κάγκελα του μπαλκονιού με μια αναιμική δύναμη που φθίνει μέρα με τη μέρα. Το άλλο χέρι ξεχάστηκε να κρατάει μια ξύλινη, βουτυρωμένη κουτάλα. Την σφίγγει σφιχτά πάνω στο στήθος της. Κανείς να μην την πάρει. Και αποκτά το άσπρο της νυχτικό ένα στρογγυλούτσικο αποτύπωμα και μια γεύση βούτυρου....

      Την ίδια στιγμή  ο γιός της χτύπησε θυμωμένος πίσω του την εξώπορτα του σπιτιού. Καλοντυμένος μέσα στο κουστούμι του, με κλειδιά, πορτοφόλι, κινητό σε απαρτία μπήκε στο αυτοκίνητο και έστριψε με γκάζια την γωνία. Λεπτά πριν ούρλιαζε δίπλα στ΄αυτιά της '' Τι έκανες πάλι μωρή;  έπρεπε να σε είχε κανένας άλλος, να έβλεπες τώρα που θα ήσουν. Άι στο διάολο πρωί πρωί '' .
      Να τους φτιάξει λουκουμάδες ήθελε μόνο.  Όπως παλιά. Τότε που πήγαιναν σχολείο. Σηκώθηκε καμιά ώρα πριν απ΄όλους, από έναν ύπνο που δεν την έπιανε. Σαν να κοιμόταν σε πέτρινο παγκάκι, ένιωθε. Άναψε το μάτι, έριξε βούτυρο στο τηγάνι, το ανακάτεψε με την κουτάλα. Πήρε την γυάλα με την ζάχαρη. Μια μεζούρα, δυό. Τρέμανε τα χέρια της. Έπεσε η γυάλα. Γέμισαν τα πλακάκια ζάχαρη. Στάθηκε στήλη άλατος, να κοιτάει την χυμένη ζάχαρη.
      Από τον θόρυβο ξύπνησε, την είδε, την έβρισε, ετοιμάστηκε, έφυγε. Δεν είναι η πρώτη φορά, έχει ξαναγίνει. Σηκώνουν οι φωνές του κι άλλες φορές την γειτονιά. Μουρμουράνε οι γείτονες, βγαίνουν στα μπαλκόνια και μέσα πάλι. Το καλοκαίρι με τις πόρτες ανοικτά ήταν  πιο δύσκολα.
     Προχθές τον είδα τυχαία στο περίπτερο της πλατείας.  Δεν άντεξα, προσπάθησα να του μιλήσω. Να του πω για την δική μου την γιαγιά, πόσο κουραστική ήταν και πόσο μου λείπει τώρα. Πόσα δεν πρόλαβα να της πω και ήθελα. Κρίμα είναι. Δεν την λυπάστε;
Άγαλμα στάθηκε μπροστά μου. Λες και μ΄ έβλεπε μέσα από κλειστό σύστημα ασφαλείας.
- Να μην ανακατεύεσαι ακούς; Δουλειά σου και δουλειά μου.
Έφυγα.
     Σκέφτομαι πως όλοι μας είμαστε λίγο πολύ αποτελέσματα τυχαίων γεγονότων. Σαν αυτά τα τυχαία γεγονότα που έχουν την ικανότητα να αλλάζουν για πάντα την ζωή μας. Αδέσποτοι άνθρωποι βρίσκονται τυχαία στο δρόμο σου, μια πολύ συγκεκριμένη ώρα, μιας πολύ συγκεκριμένης μέρας που οι  άμυνες σου βαρέθηκαν ν΄ αντιστέκονται, τους κοιτάς στα μάτια, και γλυκαίνουν την ζωή σου. Αυτό μένει να θυμόμαστε στο μέλλον. Ούτε πτυχία, ούτε θέσεις, ούτε πόστα και σκοπιές. Αν τώρα εσύ πιστεύεις πως είσαι κάτι παραπάνω από μια  ζωή μοιρασμένη  στα δύο, τις κρύες νύχτες του χειμώνα, τότε αυτό δεν είναι δουλειά σου. Είναι ο φασισμός σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: