Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Η νύχτα μόλις άρχισε

του Δημήτρη Γκιούλου
Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος δε χρειάζεται καμία σύσταση. Σίγουρα έχετε διαβάσει κάποιο από τα πολλά βιβλία του, είτε έχετε δει κάποια τηλεοπτική ή κινηματογραφική μεταφορά του. Του αρέσει να μιλάει με εικόνες και για αυτό είναι και τόσο ταιριαστός με την 7η τέχνη. Καταφέρνει κάθε φορά να εκφράζει την εποχή. Τον ρώτησα για τη δική μας. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα, δύσκολο δρόμο αλλά θα νικήσουμε. Έτσι με διαβεβαίωσε. Διαβάστε τον προσεκτικά....



- Συμπληρώνετε μια 35ετια σ’ αυτό που ονομάζουμε «ελληνικά γράμματα». Τι έχει αλλάξει από την είσοδό σας στο χώρο και είναι ακόμα ίδια η ανάγκη έκφρασης με τότε;
― Κατ’ αρχάς έχουν αλλάξει τα ίδια τα «ελληνικά γράμματα». Το λογοτεχνικό βιβλίο εμπορευματοποιήθηκε μέχρι αηδίας, όπως και οι ζωές μας, και τη θέση των λογοτεχνικών έργων υψηλής αισθητικής αξίας πήραν τα μπεστ σέλερ. Η δική μου ανάγκη έκφρασης, όμως, παρέμεινε η βασικότερη αιτία της γέννησης των γραπτών μου. Η ανάγκη έκφρασής μου από τη μία, και από την άλλη η προσπάθειά μου να εκφράσω την κοινωνία και την εποχή μου.
- Τα βιβλία σας έχουν έναν κινηματογραφικό αέρα. Είναι λες έτοιμα σενάρια για να κάνει κάποιος ταινία. Εδώ δεν ανακαλύπτω την Αμερική, άλλωστε το έχουν σκεφτεί και πραγματοποιήσει πολλοί άλλοι πριν από μένα. Έχετε στο πίσω μέρος του μυαλού σας τον κινηματογράφο όταν γράφετε ή είναι κάτι που προκύπτει φυσικά;
― Σίγουρα ισχύει το τελευταίο. Πιστεύω ότι σήμερα είμαστε όλοι μας, συγγραφείς και αναγνώστες, καταλυτικά επηρεασμένοι από την έβδομη τέχνη. Εντούτοις πρόκειται μάλλον για ένα κράμα, ανάμεσα σε σενάριο και ψυχογράφημα, ή ίσως εσωτερικό μονόλογο. Γιατί η πεζογραφία, τουλάχιστον η δική μου, εξακολουθεί να δίνει βάρος στην αποτύπωση των συναισθημάτων και των σκέψεων των ηρώων. Κάτι που συνήθως δεν συναντάμε στο σινεμά. Και φυσικά, το πρώτιστο εδώ είναι οι λέξεις, και όχι οι εικόνες. Όσο κι αν οι εικόνες μπορούν να μεταφραστούν σε λέξεις.
- Μια μπερδεμένη ιστορία ο εμφύλιος και μια πληγή. Η πιο κρυφή, που μετατρέπει και τον ήρωα σας από αγόρι, σε άντρα. Πείτε μας δύο λόγια για το βιβλίο και λίγα περισσότερα για τον εμφύλιο. Γιατί αποφεύγουν όλοι να μιλάνε για αυτόν;
― «Η πιο κρυφή πληγή», τόσο ως τίτλος όσο και ως μυθιστόρημα, έχει διττή σημασία. Αφενός η πιο κρυφή ερωτική πληγή του αφηγητή, και αφετέρου ο εμφύλιος, δηλαδή η πιο κρυφή πληγή της χώρας, η οποία, ιδίως στις μέρες μας, απειλεί να ξανανοίξει και να αρχίσει πάλι να αιμορραγεί. Ένας εφηβικός έρωτας που κατά έναν αλλόκοτο τρόπο συνυφαίνεται με τα Δεκεμβριανά του ’44, και στοιχειώνει τη ζωή του ήρωά μου, διασχίζοντας το χρόνο από τη Μεταπολίτευση έως την εποχή των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος. Με άλλα λόγια, ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης και ο εφιάλτης του εμφυλίου στις μέρες μας. Από κει και πέρα, ο εμφύλιος, και κυρίως το αιματοβαμμένο πρελούδιό του, τα Δεκεμβριανά, εξακολουθούν να αποτελούν ένα ταμπού. Λόγω της απίστευτης αγριότητάς τους προφανώς. Ίσως και επειδή φωλιάζει μια πελώρια αντίφαση, μια τραγική ανωμαλία στην όλη ιστορία, και κατ’ επέκταση στις ψυχές μας. Η Αριστερά μπορεί να νικήθηκε στρατιωτικά και πολιτικά, και να σταυρώθηκε επί χρόνια σαν τον Χριστό, με εκτελέσεις, φυλακίσεις και εξορίες, αλλά νίκησε σε ηθικό επίπεδο, και κάτι τέτοιο συνιστά εκ των πραγμάτων έναν γόρδιο δεσμό.
- Και 15 χρόνια μετά εμφανίζεται από το παρελθόν η «Λούλα»; Με ποια αφορμή; Για να την γνωρίσουμε και οι νεότεροι; Έχετε συνηθίσει να έρχεται το παρελθόν για να αναστατώνει;
― Πέρυσι έμαθα από αναγνώστριες, μέσω φέισμπουκ, ότι έψαχναν στα βιβλιοπωλεία τη «Λούλα» και δεν την έβρισκαν. Παρ’ όλο που ο κόσμος ουδέποτε έπαψε να αναζητά το συγκεκριμένο μυθιστόρημά μου, αποδείχτηκε ότι ο προηγούμενος εκδότης του το είχε αφήσει εξαντλημένο για περισσότερο από έναν χρόνο, χωρίς να με ενημερώσει. Κι έτσι πήγα το βιβλίο στις εκδόσεις Καστανιώτη. Το κείμενο ξαναχτυπήθηκε εξαρχής, έγινε νέα διόρθωση και επιμέλεια, προσθέσαμε ένα εκτενές υστερόγραφό μου, ενώ το εξώφυλλο αυτή τη φορά κοσμεί ένα υπέροχο έργο του αμερικανού ζωγράφου Malcolm T. Liepke («Raising Her Skirt»). Αφότου πρωτοεκδόθηκε, η «Λούλα» σόκαρε το αναγνωστικό κοινό με την τολμηρότητά της, και απέκτησε φανατικούς εχθρούς και ακόμη πιο φανατικούς φίλους. Στους τελευταίους απευθύνεται η νέα αυτή έκδοση, και φυσικά ανάμεσά τους περιλαμβάνονται και οι νεότεροι που θα θελήσουν να τη γνωρίσουν. Το παρελθόν μας αποτελείται από ένα κομμάτι χαμένο διά παντός, κι από άλλο ένα που παραμένει αιωνίως ζωντανό και καραδοκεί να επανέλθει για να μας αναστατώσει. Ισχύει τόσο για τις ζωές μας όσο και για τα βιβλία.
- Ζούμε μια πρωτόγνωρη συγκυρία, ένα καθημερινό σοκ και δεν υπάρχει πουθενά να κρατηθούμε. Οι πρωτοπορίες είναι κάτι που ανήκει στην περασμένη χιλιετία, είναι ο διπλανός μας η απάντηση;
― Σωστά τα λέτε. Η συγκυρία είναι όντως πρωτόγνωρη και το σοκ καθημερινό (σοκ και δέος, για την ακρίβεια), ενώ κυριαρχεί η αίσθηση ότι δεν έχουμε από πού να κρατηθούμε. Η οικονομική κρίση ξεθεμελιώνει τις βεβαιότητες και τις σταθερές τής εποχής της Φούσκας, σαρώνοντας τα πάντα γύρω μας. Και ο εξαχρειωμένος από τον καταναλωτισμό των προηγούμενων χρόνων λαός, που σήμερα τόσο άσχημα δοκιμάζεται, έχει βυθιστεί σε κατάθλιψη. Εν μέρει λόγω του ατομικισμού με τον οποίο γαλουχήθηκε στο πρόσφατο παρελθόν, και εν μέρει λόγω της προπαγάνδας των ΜΜΕ, που του ρίχνει το ηθικό και εμφανίζει τις κυβερνητικές λύσεις ως μονόδρομο. Ζούμε εξαιρετικά δύσκολες μέρες, και ασφαλώς «η απάντηση είναι ο διπλανός μας», όπως ακριβώς το θέσατε, δηλαδή η λησμονημένη αλληλεγγύη, ή αλλιώς η ξεχασμένη συλλογικότητα. Όσο για τις πρωτοπορίες, αναγκαστικά θα ξαναγεννηθούν, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν μπορεί να γίνει καμία ουσιαστική αλλαγή.
- Τι τέλος θα δίνατε αν αυτό που ζούμε ήταν ένα μυθιστόρημά σας;
― Ένα αισιόδοξο τέλος. Όμως, και λυπάμαι που το λέω, πολύ φοβάμαι ότι έχουμε μπόλικο δρόμο ακόμη μέχρι το τέλος. Και μάλιστα δρόμο γεμάτο αγκάθια και ανυπέρβλητες δυσκολίες, δρόμο γεμάτο πόνο και αίμα. Στο τέλος πάντα έρχεται η αυγή της επόμενης μέρας, αλλά στην περίπτωσή μας η νύχτα μόλις άρχισε.                          postin.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια: