Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Άνθρωποι Γουρούνια

Το γουρούνι είναι δικό τους και δικό μας
   Πανος Μουχτερος  Για ‘μένα, είναι εντελώς λάθος αυτή η άποψη που έχει ο πολύς ο κόσμος για τα γουρούνια. Για έναν περίεργο λόγο, η κοινωνία όταν θέλει να μιλήσει για ανθρώπους βρόμικους, άξεστους, χωρίς τρόπους, φέρνει για παράδειγμα τα συμπαθητικά αυτά ζωάκια. Πως είσαι έτσι ρε, λες και κυλιόσουν μέσα στις λάσπες με τα γουρούνια. Ή ακόμα και όταν κάποιες φάτσες μοιάζουν στα μάτια μας διαφορετικές, έχουμε το κακό συνήθειο να τις αποκαλούμε γουρουνόφατσες....
Και τότε, όταν κάποιος είναι βίαιος, λιγάκι πιο τραχύς, συνηθίζουμε να μιλάμε για τον παλιάνθρωπο, το τομάρι, το γουρούνι. Λες και είναι στ’ αλήθεια όλα αυτά που λέμε αυτά τα αθώα τετράποδα που κατά βάση εμείς οι ίδιοι τα θρέφουμε για να τα σφάξουμε στην πορεία και να πέσουμε πάνω στα πιάτα τρώγοντάς τα σαν γουρούνια. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, κέρδισα σε μια κλήρωση που κάναμε στο σχολείο έναν κουμπαρά που είχε το σχήμα και το πρόσωπο από ένα χαμογελαστό γουρουνάκι. Με πόση χαρά το πήρα στα χέρια μου δε λέγεται! Το μόνο πρόβλημα ήταν εκείνος ο σπαστικός ο μικρότερος ο αδελφός μου που ήθελε να το πάρει για δικό του, καθόταν κι έκλαιγε συνέχεια, μήπως και του κάνουν το χατίρι για να το πάρει ο ίδιος, ρίξαμε μεγάλο τσακωμό, κυληθήκαμε για ώρες στο πάτωμα έχοντας τον γουρουνοκουμπαρά ανάμεσά μας, τραβώντας ο ένας από τη μια πλευρά κι ο άλλος απ’ την άλλη. Μέχρι που επικράτησα, γιατί ήμουν πάντα πιο δυνατός κι ο αδελφός μου πιο μικροκαμωμένος. Και για να τον τρομάξω, του φώναξα κάνοντας τη γουρουνίσια μου φωνή.
Αν και αδέλφια, από την αρχή βλέπαμε τον κόσμο διαφορετικά, είχαμε μεγάλες διαφωνίες και εντάσεις. Λες και πάντα αυτό το παιδί με εκδικούταν που του πήρα εκείνον τον κουμπαρά μέσα από την αγκαλιά του. Αυτός των γραμμάτων και των τεχνών, εγώ του δρόμου και της νύχτας. Γέμισε τον τοίχο με ένα σωρό πτυχία που τα είχε για να τα κάνει κάδρα και να μας ζαλίζει με τις αμπελοφιλοσοφίες του για τις κυβερνήσεις, την αδικία, τα κινήματα, τα δικαιώματα. Σαχλαμάρες. Εγώ που παράτησα από νωρίς το σχολειό κι έκανα μαθήματα πάνω στα πεζοδρόμια, πήρα πτυχία ζωής που δεν σου τα δίνουν τα καλύτερα πανεπιστήμια της γης όλης. Ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με τα καθίκια που κυκλοφορούν εκεί έξω, ψήθηκα σε σαράντα διαφορετικές δουλειές, έμαθα να βγάζω το μεροκάματο δύσκολα αλλά με υπερηφάνεια. Δεν μου άρεσε ποτέ να είμαι το μαμόθρεφτο, όπως ο αδελφός μου. Το καμάρι της οικογένειας, εκείνος για τον οποίον ερχόντουσαν συνέχεια επισκέπτες στο σπίτι για να μιλήσουν για τις θεωρίες του, τα ποιήματά του, τα ηλίθια κουλτουρέ τραγούδια του. Ρε αυτά όλα είναι ρομαντικές παπαριές, δεν το καταλαβαίνετε; Η αλήθεια είναι πικρή και πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να την αντιμετωπίσεις. Εσύ με ένα φύσημα του ανέμου και έπεσες κάτω, ρε σπασικλάκο. Έλα ένα βράδυ στο μαγαζί να δεις τις μάχες που δίνω σώμα με σώμα, να δεις πως κερδίζω τον σεβασμό του άλλου. Εντάξει, δεν γουστάρεις τα σκυλάδικα, το ξέρω, έλα μια φορά μόνο από περιέργεια. Να είσαι βέβαιος ότι από το πολύ το ξύλο δεν θα ακούγεται ούτε η μουσική.
Ναι, ρε, σκυλάδικα. Άλλη μια γελοία παρομοίωση που σκέφτηκαν όλοι αυτοί οι έντεχνοι ψευτοκουλτουριάρηδες. Λες και εκεί έρχονται σκύλοι για να διασκεδάσουν, εσείς οι ίδιοι, ρε μαλάκες, έρχεστε για να τα σπάσετε και να κάνετε το κομμάτι σας στην γκόμενα που βαράει παλαμάκια και κουνάει τον κώλο της στο τραπέζι μόνο και μόνο για να της αγοράσετε με το κιλό τα πανέρια με τα λέλουδα, ρε θύματα! Να πιεις, να ξαναπιείς, να ξεσπάσεις, να ξεχαστείς, κι αν ξεφύγεις, ξέρεις ότι θα είμαι εγώ εδώ για να σε κάνω με τον τρόπο μου να ξυπνήσεις ή να κοιμηθείς για ώρες πολλές μέχρι να συνέλθεις. Αυτή είναι η δουλειά που με τάισε για χρόνια ολόκληρα. Να προστατεύω το μαγαζί από μερικούς-μερικούς που θέλουν να το παίξουν τσαμπουκάδες και καμπόσοι. Δεν γινόταν αλλιώς, εκεί δεν υπάρχει διάλογος και συζήτηση, υπάρχει μόνο σωματική διάπλαση και ακρίβεια κινήσεων. Πολύ γούσταρα πάντα το χτύπημα με το γόνατο στη μούρη του άλλου. Την ακούει κανονικότατα. Όταν έπεφτε ασύρματο σήμα ότι γίνεται σκηνικό στο μαγαζί, πήγαινα και σε πρώτη φάση τράβαγα τον κάθε μεθύστακα από το λαιμό, αφού πρώτα τον έδενα με τα ρούχα του τα ίδια. Τον έβγαζα έξω χωρίς να πάρει πρέφα κανείς από όσους διασκέδαζαν και τον οδηγούσα σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο που έχουμε για το ξυλίκι. Δεν μπορώ να κρύψω ότι από ένα σημείο κι έπειτα, μετά από τόσες νύχτες και τόσες γεμάτες γροθιές και κλοτσιές μελετημένες, ένιωθα μια κάποια ηδονή, μια κάποια ευχαρίστηση μόλις αίμα πεταγόταν. Το αίμα της νίκης.
Τα στέκια αυτά τελευταία λιγοστέψανε και το νυχτοκάματο το βρίσκεις πλέον με το κιάλι. Βαλθήκανε, βλέπεις, οι κερατάδες αυτού του τόπου να το παίξουν νόμιμοι και αυστηροί και ρίξανε στην πιάτσα όλους αυτούς τους γελοίους τύπους που τους λένε ράμπο του οικονομικού εγκλήματος και βάλανε λουκέτο με το στανιό στα καλύτερα κέντρα της λεωφόρου. Εντάξει, ρε μάγκες, δεν κοπήκανε μερικές αποδείξεις, πως κάνετε έτσι, πρέπει δηλαδή να ρίξεις τόσο κόσμο στην ανεργία και την απελπισιά; Ευτυχώς που έχω τα κονέξια μου όμως και επειδή έμαθα στη βιοπάλη μια ζωή, βρήκα τη λύση και πάλι. Τις προάλλες, ένας φίλος καλός, που είχαμε δουλέψει πολλές φορές μαζί, με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι έχει βρει μια καβάτζα και για τους δυο μας, για να ζήσουμε κι εμείς, ρε αδερφέ, τώρα που η νύχτα έχει τελειώσει. Μου είπε ότι στην αστυνομία έχουν ελλείψεις και ότι υπάρχει πολλή δουλειά στο κέντρο της πόλης, ότι γίνονται συνέχεια επεισόδια και ότι δεν έχουν αρκετό προσωπικό και ότι ψάχνουν για άτομα σαν κι εμάς, με εμπειρία σε τέτοιες καταστάσεις, με προσόντα σωματικά και χωρίς ανόητες ευαισθησίες. Ότι θα φορούσαμε κι εμείς την ίδια στολή με τα ίδια αυτά χρώματα και τα ίδια κράνη και ότι θα παίρναμε μέρος σε ειδικές αποστολές, θα μπουκάραμε μέσα στο πλήθος την ώρα της έντασης και θα κάναμε αυτό που είχαμε έτσι κι αλλιώς εξασκηθεί να κάνουμε στις δουλειές μας όλα αυτά τα χρόνια, λίγο πριν μείνουμε χωρίς δουλειά. Και θα νιώθαμε πάλι εκείνη, την ωραία ικανοποίηση. Τόσο που, τελικά, δεν μπόρεσα να αρνηθώ.
Στην ομάδα κρούσης συνάντησα πολλά παιδιά που είχανε απογοητευτεί από το γαμημένο το πολιτικό σύστημα και είχανε γίνει μέλη ενός νέου κόμματος, με σήμα αρχαία ελληνικά γράμματα. Βρισκόμασταν πριν την κάθε αποστολή και καταστρώναμε σχέδιο δράσης. Έπρεπε να είμαστε πολύ προσεχτικοί. Μετά από μια δική μου ιδέα, αποφασίσαμε ότι καλό είναι να έχουμε κάτι που να μας βοηθάει για να καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας και να ξεχωρίζουμε από τους κανονικούς τους μπάτσους και γι’ αυτό χτυπήσαμε στο μπράτσο τατουάζ με σήμα το γουρούνι. Έτσι αν κάποιος αδελφός πάθαινε κάτι θα σηκώναμε την μπλούζα του και θα βλέπαμε ότι είναι ένας από εμάς για να τρέξουμε αμέσως και να τον απομονώσουμε, μην τυχόν και αποκαλυφθεί η πραγματική του η ταυτότητα. Γίνανε πολλά ντου. Ειδικά από τότε που χειροτέρεψε η κρίση και κατέβαιναν πορείες για το παραμικρό. Κι έπεφτε ξύλο πολύ. Όλο και περισσότερο. Ώσπου μια μέρα έγινε πανικός. Πλακώσανε εκατοντάδες από εκείνα τα μαλακισμένα, τα αναρχικά, με τις κουκούλες. Έσπασα τα πόδια σε πολλά από δαύτα τα σκατόπαιδα. Άλλα ξέφυγαν. Άλλα κρύφτηκαν στα στενά. Εκτός από έναν τύπο που ήρθε ύπουλα από πίσω μου και με κοπάνησε με ένα καδρόνι. Τον αναποδογύρισα. Και του γέμισα τα μούτρα με γροθιές άπειρες. Τόσο που η κουκούλα του η μαύρη έγινε σταδιακά κόκκινη. Τόσο που σταμάτησε ανάσα να βγαίνει από μέσα της. Και δεν κρατήθηκα. Την έβγαλα για να δω τη σακατεμένη φάτσα του. Και είδα μάτια σαν και τα δικά μου. Είδα αίμα να στάζει στην άσφαλτο.
Αίμα αδελφικό.                      TA KAKΩΣ KEIMENA     

Δεν υπάρχουν σχόλια: