Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Τρομοκράτες με γραβάτες

Σκελετωμένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
   Πανος Μουχτερος   Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν εμφανίστηκαν στους θαλάμους του νοσοκομείου, απροειδοποίητα, σπάζοντας απότομα τη σιγή τής νυχτερινής μας βάρδιας. Μπούκαραν όλοι με τον ίδιο ατσαλάκωτο βηματισμό κι οι πόρτες πίσω τους ανοιγόκλειναν απορημένες. Μας πλησίασαν, καθώς τα γυαλιστερά τους παπούτσια αντανακλούσαν στο διάδρομο και προκαλούσαν το χαρακτηριστικό ήχο που κάνει η σκόνη, όταν θρυμματίζεται στο πάτωμα από ποδοπατήματα....
Στάθηκαν απέναντί μας, με βλέμμα υπερήφανο, διαπεραστικό. Ακόμα νιώθω στο χέρι μου εκείνη τη σφιχτή, επίπονη χειραψία που πρόσφεραν επιβλητικά στα μουδιασμένα μας δάχτυλα. Μας κοίταξαν χαμογελώντας ελεγχόμενα, με τα χείλη τους να κινούνται ταυτόχρονα, λες και η κάθε τους έκφραση ήταν μέρος μιας καλοσχεδιασμένης χορογραφίας που σχηματιζόταν ρυθμικά πάνω στα σκελετωμένα πρόσωπά τους. Είπαν ότι επέλεξαν να έρθουν τούτη την περίεργη ώρα για να δουν αν όλα δούλευαν ρολόι. Ότι τους βολεύει περισσότερο να δρουν τη νύχτα γιατί τότε οι άνθρωποι είναι πιο ευάλωτοι. Άλλοι κοιμούνται, άλλοι γέρνουν ξάγρυπνοι, άλλοι πηγαινοέρχονται στο κρεβάτι τους, έτσι όπως βασανίζονται από τις σκέψεις εκείνες που μαζεύονται και κάθονται όλες στη βάση του κεφαλιού τους και που δεν λένε να ξεκουμπιστούν με τίποτα. Ότι οι αντιδράσεις όσων θέλουν ν’ αντισταθούν μειώνονται, ότι οι περισσότεροι μπερδεύονται από το πολύ σκοτάδι και δεν μπορούν να διακρίνουν πρόσωπα και μορφές και νομίζουν ότι είδαν κάτι να κινείται αλλά δεν είναι σίγουροι αν αυτό που είδαν υπήρχε ή ήταν απλά ένα φάντασμα της νύστας και διαβεβαιώνουν τον εαυτό τους ότι, μπα, η ιδέα τους ήταν.
Από τις γυαλιστερές τους τσέπες έβγαλαν και μας έδωσαν μερικά φακελάκια, που περιείχαν το γενετικό υλικό αυτών των ίδιων ανυποψίαστων ανθρώπων. Πριν έρθουν εδώ, είχαν τρυπώσει μέσα στα δωμάτιά τους, στα κρυφά, σαν τους κλέφτες, την ώρα που η πόλη είχε βυθιστεί σε ύπνο βαθύ, κι όλοι ονειρεύονταν τη ζωούλα τους που πέρασε, που έρχεται και που ακόμα πλάθεται στο υποσυνείδητό τους μέσα. Στάθηκαν αθόρυβα πάνω από πατεράδες και παιδιά και πήραν με τρόπο σταγόνες από σάλια, έτσι όπως είχαν τα στόματά τους ανοιχτά και ανάσαιναν αργά και ξεφυσούσαν πνοές που είχαν μέσα τους υπολείμματα ψιθύρων. Ύστερα, με ψαλιδάκια μικρά, έκοψαν τρίχες από τα ανακατεμένα τους μαλλιά, με προσοχή, κανείς να μην ξυπνήσει, μόνο πλευρό να αλλάξει και τον ύπνο του να συνεχίσει. Καμιά φορά, είπανε, θαρρείς ότι μερικά από τα θύματα συμφωνούσαν να δώσουν όλους αυτούς τους ανθρώπινους ιστούς τους, αφού, έτσι, καθώς ήταν κοιμισμένοι, κουνούσαν συγκαταβατικά το κεφάλι και αυτό δεν μπορούσε να εκληφθεί διαφορετικά, παρά μόνο ως συναίνεση, γιατί επιστημονικά έχει τεκμηριωθεί ότι στον ύπνο του ο άνθρωπος αντιδρά ενστικτωδώς, δηλαδή με την εντελώς ελεύθερη εκδήλωση των βαθύτερων επιθυμιών του, εκείνων που η λογική εμποδίζει να εμφανιστούν πλήρως όταν είναι ξύπνιος. Άλλοτε πάλι, κάποιοι που δεν άντεχαν αυτές τις τόσο έντονές τους επιθυμίες, πεταγόντουσαν πανικόβλητοι και τότε δεν έμενε άλλη επιλογή παρά να τους βουλώσουν το στόμα διακριτικά με πανάκι που είχε πάνω του αιθέρα για να αποκοιμηθούν ξανά και να δουν όνειρα γλυκά, αιθέρια όνειρα.
Φώναξαν ότι έπρεπε να στείλουμε τα δείγματα αυτά όσο πιο γρήγορα γίνεται στα εργαστήρια και ότι θέλουν αποτελέσματα αναλυτικά από όλες αυτές τις αναλύσεις. Ότι το DNA αυτό ανήκει σε υποψήφιους εγκληματίες και πρέπει να γίνει εξειδικευμένος έλεγχος και να φανεί αν είναι το ίδιο με εκείνο το καθάριο, το αγνό που έχουν στο αίμα τους οι γνήσιοι Έλληνες και που το κουβαλάνε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα από γενιά σε γενιά. Να χρησιμοποιήσουμε τα πιο σύγχρονα μέσα, τις πιο προηγμένες μεθόδους για να διαπιστωθεί αν τα άτομα αυτά πρόκειται στο άμεσο μέλλον να πράξουν ποινικά αδικήματα, αν έχουν στην υπόστασή τους μέσα τη ροπή προς το έγκλημα, ότι πρέπει να εντοπίσουμε τυχόν γονίδια δόλου που έχουν εγκατασταθεί στον οργανισμό τους για να μπορέσει έτσι η επίσημη ελληνική Πολιτεία να τρέξει εγκαίρως και να συλλάβει αυτά τα επικίνδυνα, κακοποιά στοιχεία, που αποτελούν απειλή για τη δημόσια τάξη και την ηρεμία του κοινωνικού συνόλου και να τα φέρει ενώπιον της μόνης θεραπείας, της τιμωρίας. Ότι αυτή η μέθοδος είναι πρωτοποριακή γιατί προλαμβάνει το έγκλημα πολύ πριν συμβεί και δεν χρειάζεται οι αρχές να ταλαιπωρούνται ψάχνοντας τους ενόχους αφότου έχουν προβεί σε παράνομες πράξεις, ότι έτσι δεν θα υπάρχει πια ανάγκη ούτε για αυτόπτες μάρτυρες, ούτε για έγγραφα αποδεικτικά, ούτε για δήθεν υπεράσπιση και ελάφρυνση της θέσης των ενόχων, ούτε για δικαιώματα και αναζήτηση της αλήθειας, αφού η αλήθεια θα έχει λάμψει πανηγυρικά πάνω στα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ανάλογα με την ένταση του πιθανού εγκλήματος, πρότειναν και διαβαθμίσεις, όπως με τις ομάδες αίματος. Εγκληματίας Α θετικό.
Γενικά είχαν εμμονή με τις αναλύσεις και τα πορίσματα. Όπως με εκείνες τις κοπέλες που ήρθαν προχτές εδώ, ταλαιπωρημένες όλες, με τα ξεσκισμένα τα καλσόν και την ψυχή τους, σαν το κουρελιασμένο κουρέλι. Τις είχαν εντοπίσει αυτοί οι ίδιοι γραβατωμένοι τύποι, πάλι σε κάποια από τις σκοτεινές αποστολές τους, σε πιάτσες παρακμιακές, πάνω σε πεζοδρόμια θολά, εκεί που η ηδονή πουλιέται και αγοράζεται από ευυπόληπτους οικογενειάρχες, εκείνους που από την πολλή αφοσίωση στην οικογένεια, έχουν δικαιολογημένα λησμονήσει τη χρήση της καπότας και ξεχνιούνται και διεισδύουν μέσα σε μολυσμένους κόλπους και αφότου καταλαγιάσει η έξαψη του ασυγκράτητου προστάτη τους, ντύνονται γρήγορα-γρήγορα και γυρνάνε πίσω στο σπιτάκι τους, προσευχόμενοι ότι είναι όλα καλά και ότι δεν κόλλησαν τίποτα περίεργο από δαύτες τις μολυσμένες πουτάνες και τρέμοντας παίρνουν πάλι τη γυναίκα και τα παιδιά τους αγκαλιά και νιώθουν ξανά ότι είναι της οικογένειας οι προστάτες. Ε, αυτό το δράμα δεν μπορεί να συνεχιστεί, είπαν, και απαίτησαν να τους πάμε στο δωμάτιο που είχαμε συγκεντρώσει όλες αυτές τις ακατανόμαστες. Έπρεπε να ληφθούν μέτρα αποτελεσματικά, είπαν. Και τις άρπαξαν μία-μία, με δύναμη. Και τις σήκωσαν ψηλά, παρασύροντας τους ορούς, έτσι όπως αίμα πετάχτηκε από τις καρφωμένες πεταλούδες στις ροζιασμένες παλάμες τους. Και πήραν τα κατουρημένα τους σεντόνια και τα κάνανε σχοινιά. Και τις έβαλαν να κρέμονται όλες από το λαιμό έξω από τα παράθυρα του νοσοκομείου. Για να τις βλέπουν από αύριο οι περαστικοί και να προσέχουν οι γαμιάδες.
Δεν έμειναν όμως εκεί. Καθώς η ώρα περνούσε και η αυγή απειλούσε ότι θα κάνει σύντομα την εμφάνισή της, ψάξανε σαν τα πιο καλά εκπαιδευμένα λαγωνικά και με τη μυρωδιά μόνο εντοπίσανε το κρεβάτι εκείνου του άτυχου νέου, που δεν έλεγε να βάλει τίποτα στο στόμα του εδώ και τριάντα μέρες. Το σώμα του ήταν ίδιο με τον ισχνό Χριστούλη, λίγο πριν τον τρυπήσουν στα πλευρά και του βάλουν σε χέρια και σε πόδια τα μεγαλύτερα καρφιά. Ούτε τριάντα χρονών δεν ήτανε το παλικάρι και όμως επέμενε να μην τρώει και να μην πίνει, ήθελε λέει να του δώσουμε μονάχα λιγάκι από τη γεύση της ελευθερίας, μια μικρή μπουκιά δικαιοσύνης, μιας και τον έχουνε εδώ και χρόνια σε ένα μπουντρούμι μέσα, δίχως καν να έχει δικαστεί. Το δέρμα του είχε αρχίσει να σκάει και διαρκώς έχανε τη συγκέντρωσή του, έτσι όπως άκουγε την τηλεόραση από το βάθος του διαδρόμου και τις ειδήσεις που έλεγαν ότι απορρίφθηκαν ξανά όλες οι αιτήσεις που είχε κάνει για την αποφυλάκισή του. Στο κομοδίνο, δίπλα του, κάτω από τις ενέσεις, ήταν το πόρισμα που μας έφερε το απόγευμα ο ειδικευμένος παθολόγος για την περίπτωσή του. Το πήραν στα χέρια τους κι άρχισαν να το διαβάζουν φωναχτά και να κοιτούν τριγύρω τους και να ανταλλάσσουν συνωμοτικά βλέμματα μεταξύ τους. Και τον πλησίασαν προσεχτικά. Και του χαϊδέψαν πατρικά το ταλαιπωρημένο μέτωπό του. Και του είπαν να ηρεμήσει. Και σκύψαν προς το λαιμό του. Και τον πνίξανε αργά με μια φανταχτερή γραβάτα. Δεν πειράζει, είπαν. Το έλεγε και το πόρισμα, άλλωστε, είπαν.
Ένας φανταχτερά βέβαιος θάνατος.    TA KAKΩΣ KEIMENA 

Δεν υπάρχουν σχόλια: