Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Μη, παρακαλώ σας, μη!

Στίχοι και νοήματα που άλλαξαν
Πανος Μουχτερος   Έχω καιρό να γράψω νέα ποιήματα. Όσο κι αν μου το ζητάνε οι θαυμαστές, όσο κι αν ο ίδιος μου ο εαυτός ψάχνει αφορμές για να τακτοποιήσει τις σκέψεις και να τις μετατρέψει σε τέχνη, για κάποιον περίεργο λόγο, εκεί που πάω να συγκεντρωθώ, σαν κάπως να πιέζομαι και, λίγο μετά, αποκοιμιέμαι με το στόμα ανοιχτό και το τετράδιο πάντα άδειο. Ίσως να είναι η προχωρημένη μου η ηλικία, ίσως το ότι κουράζομαι πιο εύκολα πια...
αυτή η κατεργάρα η έμπνευση διαρκώς ξεγλιστράει, λες και δεν μπορώ να τη συγκρατήσω με τα γέρικά μου χέρια, καθώς αυτά μονίμως τρέμουν, δίχως να τα ελέγχω πλέον. Είναι λες και ο νους έπαψε να κατεβάζει αυτές τις πρωτότυπες ιδέες, εκείνες που ούτε εγώ ακόμα μπορούσα να εξηγήσω πως στο καλό τις είχα φανταστεί, ενώ έτρεχαν ιλιγγιωδώς και αδιάκοπα μέσα στο παράξενο μυαλό μου, ακόμα και όταν έπεφτα για ύπνο ή και όταν βρισκόμουν μαζί με άλλους, χιλιάδες ανθρώπους, ή τότε, που όλοι έμεναν με τα στόματα κλειστά και δεν είχαν τίποτα να πουν και εγώ με έναν στίχο έλεγα τα πάντα. Μετά, είναι κι αυτή η μνήμη μου η μπαμπέσα, που συνεχώς με βασανίζει και με ξεγελά, λες και με περιπαίζει. Να, πριν από λίγο ήμουν σίγουρος για τη φοβερή εκείνη ατάκα που είχα σκοπό να ντύσω με ομοιοκαταληξία και μελωδίες και παύσεις και εξάρσεις, αλλά, πανάθεμα με, ξαφνικά δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα, σπάω το κεφάλι μου αλλά είναι σαν μη σκέφτηκα ποτέ μου το παραμικρό. Στιγμές-στιγμές, εύχομαι να μην υπήρχε καθόλου το πριν, το χθες, για να μη σου υπενθυμίζει ποιος ήσουν και ότι δεν είσαι εκείνος που ήθελες να γίνεις ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν είσαι σίγουρος ποιος τώρα πια είσαι.
Μπερδεύτηκα. Άλλο ένα σύμπτωμα της γεροντοσύνης μου είναι η σύγχυση. Έννοιες που μέχρι πριν λίγο καιρό είχα για τα καλά διαχωρίσει στο νου μου, ξάφνου ανακατεύονται και αποκτούν άλλη θέση, άλλο περιεχόμενο και διάσταση νέα. Αξίες που ήταν ακλόνητες και είχαν ριζώσει βαθιά μέσα στην υπόστασή μου, τώρα φεύγουν, πετάνε μακριά και μένω να ποντάρω για το πού στο τέλος θα καταλήξουν, σε ποια πλευρά του αναστατωμένου μου εγώ θα κατακάτσουν. Και μετατοπίζονται τα ιδανικά, οι έννοιες, οι ορισμοί, λες και είναι πλάκες που με την κίνησή τους αυτή πρόκειται να προκαλέσουν κάθε φορά και από έναν εγκέλαδο στο έδαφος του εγκεφάλου μου. Και όταν αυτό συμβαίνει, δεν αργώ να συναντήσω την άλλη εκδοχή της σύγχυσης, δηλαδή τον εκνευρισμό. Συγχύζομαι, με το παραμικρό. Με αυτά που ακούω, με μια δήλωση στην τηλεόραση, με ένα ρεπορτάζ στην εφημερίδα, με τις καταραμένες τις διαφημίσεις που διακόπτουν το αγαπημένο μου απογευματινό σίριαλ και μετά, όταν αυτό συνεχίζεται, πέφτουν απλά οι τίτλοι τέλους. Που να πάρει, κερατάδες! Άντε πάλι εκπομπές και ειδήσεις για την Ελλάδα και τη Δημοκρατία και την Ιστορία και τους αγώνες που έχει δώσει αυτός ο δύσμοιρος λαός και που τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί την εξαθλίωση, τη φτώχεια και την απελπισιά. Δεν μπορώ να ακούω συνεχώς αυτά τα ηλίθια ρεπορτάζ με τις μουσικές τις καταθλιπτικές, λες και παρακολουθείς έργο τρόμου. “Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας”. “Σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες”. Κάτσε, σαν κάτι να πάω να θυμηθώ. Αλλά ίσως και να μη θέλω να θυμάμαι. Θέλω το σίριαλ μου πάλι. Αγωνιώ για το επόμενο επεισόδιο!
Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλος αυτός ο πανικός. Λύσσαξε ετούτος ο λαός να τα εξηγήσει όλα και να πάρει απαντήσεις και να τεστάρει κάθε ελάχιστο δικαίωμα και να αμφισβητήσει τους πάντες και τα πάντα για να προσδιορίσει, λέει, πάλι τα οράματά του. Μερικοί μάλιστα έφτασαν μέχρι στο σημείο να θέσουν υπό συζήτηση το αν υπήρξε όντως κρυφό σχολειό ή αν ο χορός του Ζαλόγκου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα επικό παραμύθι που φτιάχτηκε για να τονίσει τη θυσία, να προσθέσει μουσικότητα στην αφήγηση, καθώς πέφταν στον γκρεμό οι ένδοξες Σουλιωτοπούλες. Φτάσαμε δηλαδή να αναρωτιόμαστε για διατυπώσεις που δεν νοείται να παίρνουν δίπλα τους ερωτηματικό, παρά μόνο θαυμαστικό, τελεία και παύλα. Και όλοι αυτοί οι θρασύτατοι τύποι που τα λένε αυτά δεν εκτιμούν ότι κυλάει τιμημένο ελληνικό αίμα στις φλέβες τους και ότι είναι προνόμιο να σε φωνάζουν Έλληνα στα πέρατα της γης και ότι πας μη Έλλην βάρβαρος και ότι στο τέλος θα καταλήξουμε εμείς οι ίδιοι να γίνουμε μια κοινωνία βαρβάρων. Η Δημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να αμύνεται απέναντι σε τέτοιες περίεργες διερωτήσεις και υπερβολικές απόψεις και να εκτοπίζει μακριά αυτά όλα τα παράσιτα που έχουν κάτσει στο κορμάκι της ελευθερίας και την καταπίνουν όπως οι αχόρταγες οι βδέλλες. Να εξοριστούν σε χώρες άλλες, διαφορετικές από την ιερή τούτη γη, σε κράτη υπανάπτυκτα, να πάνε μέχρι την Αφρική, ναι, εκεί με τους μαύρους, που ακόμα ψάχνουν το ψωμί και που λένε το ψωμί ψωμάκι για να ‘χουν δικαιώματα. Βάρβαροι, Έλληνες, μαύροι, δικαιώματα. Βάλτε όποια σειρά θέλετε, εγώ μπερδεύτηκα και πάλι.
Μιας και είπα εξορία, βαρέθηκα να τη ζω μια ζωή και πάλι μέσα στην ίδια μου τη χώρα. Καλά τα είπε τις προάλλες μια αξιοσέβαστη συνάδελφος ότι αυτοί όλοι οι περίεργοι οι μετανάστες είναι παντού και έχουν πιάσει κάθε γωνιά σε κάθε γειτονιά. Να, προχτές, είπα μετά από μέρες να αφήσω τη βαθιά μου πολυθρόνα, που είχε πάρει θαρρείς το σχήμα μου όλο, και να πάω μια βόλτα μέχρι την πλατεία, να αναπνεύσω αέρα καθαρό, ελληνικό. Συνάντησα στο δρόμο και άλλους φίλους καλούς που πηγαίναν προς τα εκεί, με τα σακάκια και τις φθαρμένες τους πιτζάμες. Άνθρωποι λόγιοι, του κύκλου μου, με επαίνους και παράσημα στο στήθος, μέλη ακαδημιών, Ανωτάτων Σχολών, λογοτεχνικών και λοιπών πνευματικών ιδρυμάτων. Και ενώ θέλαμε να πούμε με ησυχία τα δικά μας, συνέβη το αδιανόητο. Δεν βρίσκαμε ούτε ένα ελεύθερο παγκάκι, βλέπεις τα είχαν πιάσει όλα άνθρωποι που, κακά τα ψέματα, δεν έπρεπε να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Εκνευριστήκαμε και αποφασίσαμε να αυτοεξοριστούμε στα σαλόνια μας σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Άσε δε που μου εκμυστηρεύτηκαν και ένα φοβερό μυστικό που δεν περίμενα να ακούσω. Παρακολουθούνε μανιωδώς το ίδιο σίριαλ! Για φαντάσου! Μάλιστα, μου απηύθυναν τιμητική πρόσκληση για να συγκεντρωθούμε κάποια στιγμή στο σπίτι κάποιου από εμάς για να το δούμε όλοι παρέα. Να συνοδεύσουμε τους προβληματισμούς μας με κάποιο έδεσμα και, γιατί όχι, με κανένα ποτηράκι. Κι ας μεθύσουμε βρε αδερφέ, τι μ΄ αυτό; Το πολύ-πολύ από άνθρωποι του πνεύματος να γίνουμε για ένα βράδυ άνθρωποι του οινοπνεύματος. Εβίβα!
Δεν το ξανακάνω όμως αυτό το λάθος. Να ξαναβγώ έξω. Από το πρωί είμαι χαμένος μέσα στα στενά και η επιστροφή μέχρι το διαμέρισμά μοιάζει βασανιστήριο, έτσι ενώ συνεχώς ξεχνάω από που ήρθα και που πάω. Δεν είναι λίγες οι φορές που αγχώνομαι και παθαίνω πανικό και σκοντάφτω πάνω σε τοίχους και αδιέξοδα. Και όπως ανασηκώνομαι και κάνω να βάλω πάλι τα ψώνια μέσα στις σακούλες, τα μάτια μου πέφτουν πάνω σε συνθήματα. Λόγια σύντομα, κοφτά, γραμμένα με κόκκινα, παχιά γράμματα, μεγάλα γράμματα, τόσο, που και να θέλω, δεν μπορώ να μην τα διαβάσω. Της Δικαιοσύνης ήλιε, νοητέ. Σαχλαμάρες, αυτά τα λέγαμε και πριν πενήντα χρόνια, φαίνεται θα έχουν ξεμείνει από τότε, ίσως να ήταν καλή η μπογιά και ακόμα τα λόγια δεν ξεβάψανε. Πάντως αυτή η μπογιά, ρε παιδί μου, μέχρι και πάνω στην άσφαλτο έχει στάξει. Σε πολλές ακαθόριστες σταγόνες. Λες και βάφτηκαν οι δρόμοι με αίμα. Περισσότερο από όλα, δεν αντέχεται η απέραντη, αδιατάραχτη σιωπή που έχει εξαπλωθεί πάνω από την πόλη. Από μακριά οι κολόνες με τα φώτα φαίνονται λες και στη θέση τους έχουν μπει άνθρωποι που πηγαινοέρχονται έτσι, κρεμασμένοι. Παιδιά μικρά τρέχουν προς το μέρος μου και με προσπερνάνε και έχουν αντί για δόντια στο στόμα τους μαχαίρια. Δεν είμαι καλά. Άρχισε πάλι εκείνη η σύγχυση που σας έλεγα. Γρήγορα, να γυρίσω στη φωλιά μου, μακριά από τούτο τον κόσμο τον παράξενο. Να κρυφτώ όσο πιο βαθιά μπορώ μέσα στην πολυθρόνα μου. Εξάλλου στην κατάστασή μου, δεν μου έχει μείνει και πολύς καιρός για χάσιμο. Ναι! Θυμήθηκα! Αυτός είναι ο νέος μου στίχος. Μη, παρακαλώ σας, μη.
Σπαταλάτε την ώρα μου.                         
TA KAKΩΣ KEIMENA

Δεν υπάρχουν σχόλια: