Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Χωριά

Κατά βάση είμαι παιδί της πόλης – παιδί, βέβαια, δεν με λες πια, αλλά της πόλης είμαι σίγουρα. Αν και διαθέτω τόπο καταγωγής στην ύπαιθρο, ουδέποτε τον υιοθέτησα ως ιδιαίτερη πατρίδα, κι αυτός με τη σειρά του μάλλον δεν με αναγνώρισε ως γνήσιο τέκνο του. Η Αθήνα είναι η μόνη  διαθέσιμη ιδιαίτερη πατρίδα μου, μ’ όλη τη γοητεία και την αποκρουστικότητά της. Παρ’ όλα αυτά, ζηλεύω όσους αναφέρονται με τρυφερότητα και νοσταλγία στις ιδιαίτερες πατρίδες τους κι έχουν να αφηγηθούν κάτι ιδιαίτερο για τους δεσμούς τους μ’ αυτές....
Ίσως αυτή η ζήλεια είναι κι ο λόγος που εδώ και πολλά χρόνια έχω αποδεχθεί μάλλον αδιαμαρτύρητα έναν εξ αγχιστείας δεσμό με την ιδιαίτερη πατρίδα της συμβίας μου, κάπου στη Ρούμελη – δεν έχει σημασία πού ακριβώς. Δυο με τρεις φορές τον χρόνο βρισκόμαστε για λίγα εικοσιτετράωρα εκεί, οικογενειακώς. Η συνήθεια επαναλήφθηκε το Πάσχα, στις γνωστές συνθήκες πρώιμου γαϊδουροκαλόκαιρου που μας έκαναν όλους κατά τι πιο ευτυχείς απ’ όσο μας επιτρέπει η τρόικα.


Όσοι τυχαίνει και επισκέπτονται τα χωριά τους και τις κωμοπόλεις -εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ιδιαίτερες πατρίδες τους- εκτός εορταστικών περιόδων ή θέρους, έρχονται αντιμέτωποι με τη θλιβερή τους παρακμή. Ιδιαίτερα στην ηπειρωτική Ελλάδα, στις περιοχές που δεν διαθέτουν τα συμβατικά τουριστικά θέλγητρα και ζουν από τη γεωργία, την κτηνοτροφία ή ό,τι έχει απομείνει από αυτά, τρομάζει κανείς από τα κλειστά ή εγκαταλελειμμένα σπίτια, από την απουσία νέων και παιδιών, από την ανησυχητική συχνότητα που η καμπάνα της εκκλησίας αναγγέλλει πένθιμα την προϊούσα δημογραφική κρίση της περιφέρειας. Το φαινόμενο είναι παλιό, υπόθεση μισού και πλέον αιώνα, για να το παρατηρήσουμε μόλις τώρα. Η κρίση, ωστόσο, το υπογραμμίζει διπλά. Προφανώς, το χωριό μετατρέπεται και σε ένα είδος κοινωνικού κρυψώνα για ένα μέρος των ανέργων που εκτοπίζονται από τις πόλεις. Αλλά, αυτό δεν γίνεται παράγοντας αναζωογόνησής του. Αντιθέτως, μπορεί και να ενισχύει τη θλίψη που εκπέμπει. 
Στις γιορτές, ωστόσο, η εικόνα αλλάζει ριζικά. Τα ΜΜΕ την παρατηρούν από απόσταση κι απ’ την ανάποδη. Καταγράφουν την έξοδο από τις πόλεις, αλλά σπάνια τη μαζική είσοδο που συντελείται στα χωριά. Απεικονίζουν τις άδειες πόλεις, αλλά σχεδόν ποτέ τα γεμάτα από κόσμο χωριά. Σιωπηλά και σκοτεινά σπίτια φωτίζονται, γεμίζουν φωνές, στενοί χωριάτικοι δρόμοι πήζουν από αυτοκίνητα -με κάμποση από την αλαζονεία της πόλης στις λαμαρίνες τους-, οικογένειες ανασυντίθενται, τρεις, καμιά φορά και τέσσερις γενιές ανιόντων και κατιόντων συγγενών στριμώχνονται γύρω από μεγάλα τραπέζια, έρχονται οι φοιτητές από τις πανεπιστημιουπόλεις, φτάνουν και τα παιδιά που εργάζονται στις πόλεις, να και οι απρόθυμοι σνομπ έφηβοι με τα αξεσουάρ της ψηφιακής αποχαύνωσης στα χέρια, παρέες ξανασμίγουν στις πλατείες, διηγήσεις νεανικών ανδραγαθιών, εκμυστηρεύσεις ερωτικών περιπετειών, οικτιρμοί της κοινής τροϊκανής μοίρας, απολογισμοί περικοπών στους μισθούς, εναγώνιες ερωτήσεις για καμιά δουλειά, ό,τι να ’ναι,  βρισίδι στους πολιτικούς, πίτες με φύλλο ανοιγμένο στο χέρι και χόρτα από τον κήπο, κρασιά και τσίπουρα ιδιωτικής παραγωγής, ο μόσχος και η κότα και η γίδα η σιτευτή, το αυγό με τη ζέστη της πουλάδας ακόμη στο τσόφλι, οι γεμάτες καφετέριες, τα τσιπουράδικα, οι περαντζάδες, τα κουτσομπολιά, οι ασπασμοί…
Αυτές οι ολιγοήμερες εκρήξεις ζωής στα χωριά και στις κωμοπόλεις που δεν έχουν τίποτα το τουριστικό αποκαλύπτουν μια ιδιομορφία της ελληνικής κοινωνίας. Παρά την αδιάλειπτη, μακρόχρονη και μαζική αστικοποίηση του πληθυσμού που οδήγησε σε έναν ακραίο υδροκεφαλισμό, σε σημείο ώστε σχεδόν το ήμισυ των κατοίκων της χώρας να συνωθείται στα πολεοδομικά συγκροτήματα Αττικής και Θεσσαλονίκης, οι δεσμοί με τις ιδιαίτερες πατρίδες παραμένουν παράδοξα ενεργοί. Οι πληθυσμοί που τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο επιστρέφουν στα χωριά συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται στον φυσικό τους χώρο, λες και ποτέ δεν έφυγαν απ’ αυτόν. Κι αυτό συμβαίνει σε κάποιο βαθμό ακόμη και σε δεύτερης ή τρίτης γενιάς εσωτερικούς μετανάστες, που υιοθετούν με σχετική ευκολία τις ιδιαίτερες πατρίδες των γονιών ή των παππούδων τους. Κάποιο ρόλο παίζει και η ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δικαιώματα ή οι μικρής κλίμακας παράλληλες οικονομικές δραστηριότητες που διατηρούνται στο χωριό από εργαζόμενους της πόλης, οι οποίοι θέλουν να είναι και λίγο αγρότες μερικές μέρες τον χρόνο -για τις ελιές ή το παλιάμπελο-, αλλά τον κύριο ρόλο τον παίζει ακόμη ο οικογενειακός δεσμός, οι γηραιοί γονείς που περιμένουν τα παιδιά από την πόλη, η τελευταία γενιά γηγενών που λειτουργεί ως ομφάλιος λώρος ανάμεσα στα χωριά και στον αστικό πληθυσμό.
Διαμορφώνεται έτσι το παράδοξο, ενώ ο τυπικός πληθυσμός των αγροτικών περιοχών να αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 25% των κατοίκων της χώρας -συντηρούμενος κι αυτός σε έναν βαθμό από τους μετανάστες που υποκατέστησαν την τελευταία εικοσαετία τους τυπικούς ιδιοκτήτες της γης στην καλλιέργειά της-, ο ηθικός ή συναισθηματικός πληθυσμός των χωριών, αν επιτρέπεται ο όρος, να διατηρείται στα επίπεδα της δεκαετίας του 1950, δηλαδή σχεδόν στο 50% του συνολικού πληθυσμού. Γι’ αυτό και η δεύτερη ή τρίτη ερώτηση που ακούγεται στο πλαίσιο της κοινωνικότητας των κατοίκων των πόλεων είναι το «από πού είσαι». Ίσως αυτή η ερώτηση να υποκρύπτει και μια παρεπόμενη: «πού θα επιστρέψεις».
Αυτή η πραγματικότητα, εμπειρικά διαπιστωμένη, εμπεριέχει και κάποιες δυνατότητες. Η συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις, ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, λειτουργεί αντικειμενικά ως πολλαπλασιαστής και μεγεθυντής της κρίσης. Οι οικονομικές δομές που συγκεντρώθηκαν στα αστικά κέντρα και γύρω από αυτά για να αξιοποιήσουν το φθηνό, ανειδίκευτο δυναμικό που συσσωρευόταν επί δεκαετίες εκεί, εύκολα κατέρρευσαν υπό το βάρος της πρωτοφανούς ύφεσης. Η μεγαλούπολη επιταχύνει τρομακτικά και χαοτικά τις επιδράσεις της βίαιης αναδιάρθρωσης στην απασχόληση, στην κατανάλωση, στα εισοδήματα, στις περιουσίες, στις αποταμιεύσεις. Το χωριό επιβάλλει μια βραδύτητα στην ίδια διαδικασία, βραδύτητα που σχετίζεται ακόμη και με τον κύκλο των εποχών και της φύσης. Ακόμη και η βραδύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, που οφείλεται στο ότι πολλές συναλλαγές γίνονται ακόμη χωρίς αυτό, με αντιπραγματισμό, αντισταθμίζει την έλλειψή του.

 Αυτές οι παρατηρήσεις δεν είναι προϊόν κάποιας διάθεσής αναχωρητισμού και φυγής. Είναι απίθανο να κρυφτούμε από την  κρίση και τον μνημονιακό διωγμό, ακόμη κι αν καταφύγουμε όλοι στα χωριά ή πάρουμε τα βουνά. Στην καλύτερη περίπτωση θα επιτύχουμε να εξαγάγουμε εκεί τα χειρότερα συμπτώματα της κρίσης. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα αν μπορούν να αξιοποιηθούν οι βαθιοί δεσμοί που διατηρεί ακόμη ο αστικός πληθυσμός με την περιφέρεια, με το χωριό. Αναρωτιέται κανείς τι θα συνέβαινε αν όλος αυτός ο κόσμος που στις γιορτές πλημμυρίζει τα έρημα, γερασμένα χωριά επέλεγε να τα επανεποικίσει. Ένα πρώτο, ορατό αποτέλεσμα θα ήταν η αχρήστευση της διοικητικής μεταρρύθμισης που επιλέγει τη συγκέντρωση και την αστικοποίηση έναντι της αποκέντρωσης. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα θα ήταν μια αντιστροφή στην άνιση σχέση ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση εργασίας, ιδιαίτερα αν σ’ αυτή την εσωτερική μετανάστευση περιλαμβανόταν το μορφωμένο και εξειδικευμένο δυναμικό των πόλεων. Κι ένα τρίτο, ίσως το σημαντικότερο, θα ήταν ένας συλλογικός αναστοχασμός πάνω στο παραγωγικό μοντέλο που ταιριάζει σ’ αυτή τη χώρα, αυτό που χρεοκόπησε καταστρέφοντας και τα χωριά και τις πόλεις και τους βίαια και άναρχα διαμορφωμένους πληθυσμούς τους.
Μπορεί το γερμανικό σχέδιο για τον μετασχηματισμό του ευρωπαϊκού Νότου να προβλέπει ότι δεν νοείται οικονομία της Ε.Ε. χωρίς έναν στοιχειώδη βιομηχανικό τομέα, όπως συχνά διακηρύσσει η κ. Μέρκελ, κι αυτό να έχει βάση. Αλλά, πολύ περισσότερο, μπορεί να αντιτείνει κανείς, δεν νοείται οικονομία χωρίς πυρήνα παραγωγής τροφής. Και σ’ αυτό τα χωριά, ιδιαίτερα τα μεσογειακά χωριά, κι ακόμη πιο ιδιαίτερα τα ελληνικά χωριά, με τους ζωντανούς ακόμη συναισθηματικούς δεσμούς των προσωρινών, εορταστικά παλιννοστούντων πληθυσμών τους, έχουν ένα αναντικατάστατο συγκριτικό πλεονέκτημα. Δεν λέω πως όλοι θα γίνουμε νεοφώτιστοι βουκόλοι και αδέξιοι καλλιεργητές. Αλλά η εναλλακτική της μετατροπής του πληθυσμού σε φθηνό πληβειακό δυναμικό για πιθανούς αλά καρτ επενδυτές ή σε εξειδικευμένους μετανάστες είναι προοπτική παραγωγικής και κοινωνικής παρακμής. Μερικές φορές πρόοδος μπορεί να σημαίνει να επιστρέφεις. Να κάνεις βήματα πίσω.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ήρθε μια βλάχα απ’ το βουνό/ στην ξελογιάστρα Αθήνα,/ άφησε αρνιά και έλατα /για να περάσει φίνα. /Μα όταν έφτασε/ η δόλια στην πόλη,/ την κοροϊδεύανε/ στον δρόμο όλοι/ γιατί φορούσε/ μακρύ φουστάνι./ Γι’ αυτό την βλάχα/ το πείσμα την πιάνει./ Κοντή φουστίτσα φόρεσε,/ έκοψε τα μαλλιά της/ και έδειξε τα κάλλη της/ κι όλη την ομορφιά της./ Τώρα μοντέρνα/ η βλάχα γυρνάει, /μα ούτε ένας άνθρωπος/ δεν την κοιτάει./ Και έγινε η βλάχα μας/ χωρίς φουστάνι/ χαμένο πρόβατο/ σε ξένη στάνη. /Κανείς δεν της μιλούσε πια/ ξέχασε το όνομά της,/ κι άρχισε να σκέφτεται/ τα γιδοπρόβατά της./ Και στο χωριό της/ η βλάχα γυρνάει/ και μαύρη πέτρα/ πίσω πετάει,/ εκεί τη βγάζει/ ζωή και κότα/ στερνή μου γνώση/ να σε είχα πρώτα.

Νίκου Στρογγυλάκου, Βασίλη Χρυσανθακόπουλου, «Μια βλάχα στην Αθήνα» (καλαματιανός)     
ΚΙΜΠΙ   (Επενδυτής, 11/5/2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια: