Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

μεταξύ του λ και του ρ

e-Apenanti      Τί χολασκάτε ;
πεσκέσι στείλαν οι προφήτες τ' ανείπωτα σε μας,
ο αρχιστράτηγος Ραφαήλ με κείνον τον αναιδή Τωβία
αιώνες πριν κατέφθασαν απεσταλμένοι των θεών
στην Αυλή σας,
Λίγοι από τη φάρα τους θα σωθούν, 
αυτοί που μεταλλάχθηκαν σε ποντίκια 
γιατί το να είσαι άνθρωπος δεν βόλεψε τελικά 
και προσπάθεια ήθελε και κόστος....

Λίγα από τη φάρα τους θα σωθούν, 
βιός και μνήμες και κληρονομιές και χρώματα 
ποιήματα και μουσικές 
κι' οι πάπυροι της Ταντινανέφερ
μην αγαπάς τον εαυτό σου 
πουλιά και καμώματα του ουρανού 
"πρώτα μάζεψε τα παιδιά σου τραύλισε ο Τωβίας" 
Εν αρχή εγένετο σκότος. 
αναιδής όπως αρμόζει σ' έναν κόλακα, 
Τί χολασκάτε λοιπόν;
η νίκη σας είναι βεβαία, οι αλαφροϊσκιωτοι θα εξαφανισθούν,
μαζί με την ύστατη θλίψη σας για μας.
Θα σας απομένει η ψιλή κυριότητα πάνω στη γή ολάκερη
και ολίγη επικαρπία σ' αυτούς που καπηλεύτηκαν
το κουσούρι του Tantus
που μήτε το λ μήτε το ρ ήξερε να πεί 
του ρομπότ, έργο των χεριών σας απαράλλαχτο 
χεριών που μύριζαν αίμα
προσομοίωσης απόπειρα σε καιρούς κατοπινούς.

Ώσπου κάποιοΣ ξεφώνισε
οι Τρώες θα νικήσουν 
ξεχασμένη χροιά, αλλόηχη φωνή 
κατέφθασε από μακρυά
Ακούστε τον Κερένσκυ, κάτι θυμάται από ιστορία 
ποιός πιότερο κι' απ' αυτόν φοβάται τον θάνατο; 

Ο Οδυσσέας ο πονηρός κι' ο Κέϋνς
καβάλα στον δούρειο ίππο
θα σπεύσουν στην Ιθάκη
γιατί ήταν οι σειρήνες, λησμονημένοι εξόριστοι
καταμεσής στο πέλαγος
Δεχτείτε την ήττα όσο 'ναι καιρός να ελπίζετε. 
Χωρίς εμάς δεν είστε τίποτα, 
χωρίς εσάς είμαστε τα πάντα. 
*****

*Από δώ και πέρα, κάθε μίλι που θα πλέω δυτικά, 
θα με απομακρύνει απ' όλα. 
Χάθηκαν τα σημάδια της ζωής: ούτε ψάρια, ούτε πουλιά, ούτε σειρήνες, 
ούτε μια κατσαρίδα να στριφογυρίζει στην κουβέρτα. 
Μόνο νερό και ουρανός, ο κατεστραμμένος ορίζοντας, 
η θάλασσα, που λέει όπως κι' εγώ, το ίδιο τραγούδι πάντα. 
Ούτε ψάρια, ούτε πουλιά, ούτε σειρήνες, 
ούτε κι' εκείνη η παράξενη κουβέντα στη σεντίνα* 
που πιάνει τ' αφτί τις ώρες της κάλμας. 
Μόνο νερό κι' ουρανός, το κύλισμα του χρόνου. 
Τη νύχτα, τ' αστέρι Ατσερνάρ βγαίνει στην πλώρη ανάμεσα στ' άρμενα, 
ο Αλδεμπαράν στα δεξιά. 
λίγο πιο πάνω από τον ορίζοντα ο Αιγόκερος. 
Τότε μαϊνάρω*, κοιμάμαι. 
Και το τίποτα έρχεται γλυκά για να φάει από το χέρι μου. 
*Οράσιο Καστίγιο Μοναχικός θαλασσοπόρος 
από τον κύκλο ποιημάτων Αλάσκα 
Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα. 
*σεντίνα το κατώτερο σημείο των υφάλων του πλοίου
μαϊνάρω χαλαρώνω

Δεν υπάρχουν σχόλια: